ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΥΨΗΛΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Περίπτωση Διαλόγου (2)

Δημοσιεύουμε παρακάτω τα δύο κείμενα στα οποία αναφερθήκαμε στην προηγούμενη ανάρτηση, με την χρονολογική σειρά που γράφτηκαν.

Worst-case scenario


Να πω καταρχήν πως χάρηκα για τον κριτικό σχολιασμό, που κάνει ο σύντροφος Μ. στο κείμενο της Συνέλευσης Υψηλού Κινδύνου (ΣΥΚ από εδώ και πέρα), και –προσωπικά- ως μέλος της Συνέλευσης, τον ευχαριστώ γι’αυτό. Πρώτα απ’όλα επειδή μπήκε στον κόπο να σκεφτεί και να απαντήσει στα ζητήματα που βάζουμε. Δεύτερον, επειδή νομίζω ότι ως ΣΥΚ, έχουμε ανάγκη οι απόψεις μας να συγκρούονται με την πραγματικότητα, των εκμεταλλευόμενων (εννοώ των μη-πολιτικοποιημένων εκμεταλλευόμενων, αφού και μεις εκμεταλλευόμενοι είμαστε...) πρώτα απ’όλα, των αγωνιστών επίσης (γι’αυτό άλλωστε το κείμενο αυτό είχε σταλεί σε διάφορους συντρόφους πριν βγει στο δημόσιο χώρο, για να πουν την άποψη τους, κάποιοι από τους health workers, συμπεριλαμβάνονται σ’αυτούς). Τρίτον, επειδή ως γνωστόν υπάρχει χρόνια στο «χώρο» μια έλλειψη κουλτούρας διαλόγου, απότοκος μιας φοβερής αλαζονείας: ο άλλος όταν συμφωνεί μαζί μας (συνήθως όταν αποδέχεται κατά λέξη τις μαλακίες του «παλιού» και της «αυθεντίας») είναι «καλός σύντροφος», όταν διαφωνεί είναι ένας «μαλάκας και μισός», που πρέπει να τον βγάλουμε από την μέση (στην αρχή με λέξεις, όταν το επιτρέψουν οι συσχετισμοί και με άλλο τρόπο). Καιρός να αρχίσουμε να σπάμε αυτή την παράδοση, και να χτίζουμε έμπρακτες κοινότητες διαλόγου στην αρχή, κοινότητες δράσης στην συνέχεια.
Στο κείμενο τώρα. Μια πρώτη παραδοχή: στην απάντηση μου μιλάω αποκλειστικά και μόνο εκ μέρους μου, όχι εκ μέρους της ΣΥΚ και ότι γράφω αφορά δικές μου απόψεις, για τις οποίες αναλαμβάνω προσωπικά την ευθύνη. Δεύτερο: γράφω στο τρίτο ενικό (π.χ. «το κείμενο του Μ.») επειδή ακριβώς δεν απευθύνεται μόνο στο Μ. το κείμενο. Τρίτο: το κείμενο του Μ., είναι ένα κείμενο που πιάνει πολλά ζητήματα, αρκετά από τα οποία δεν αντιστοιχούν σε μένα που υπογράφω αυτή την απάντηση, αντιστοιχούν στην ΣΥΚ, και αρκετά νομίζω ότι δεν αντιστοιχούν ούτε σε μένα, ούτε στην ΣΥΚ (ή επίσης: είναι έξω από την θεματολογία της διαδικασίας μας), με την έννοια ότι είμαστε μια καινούργια συνέλευση και δεν έχουμε προχωρήσει σε βάθος, όπως τι ακριβώς είναι ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» ή «ποιος είναι ο χαρακτήρας της σημερινής κρίσης», οπότε αναγκαστικά θα παραλείψω πράγματα που θεωρώ δευτερεύονται για την συζήτηση, είτε διαφωνώ, είτε συμφωνώ, είτε βέβαια δεν έχω άποψη γι’αυτά. Τέταρτο (και σε σχέση με το τρίτο): θα προσπαθήσω να επικεντρώσω την απάντηση μου σε δύο σημεία, και για την οικονομία του διαλόγου, και επειδή αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι την δασκαλίστικη τακτική του διορθωτή με τον κόκκινο στυλό, που και οξύνει την συζήτηση και δεν νομίζω ότι προσφέρει πολλά πράγματα παραπάνω στην επιχειρηματολογία και υποχρεώνει πολλές φορές σε μια ατέρμονη φλυαρία, μέσα στην οποία χάνεται το βασικό αντικείμενο του διαλόγου. Πέμπτο: θα αρχίσω αυτή την απάντηση, από αυτό που νομίζω ότι κατάλαβα, ότι μας κάνει κριτική ο Μ..

Αν έχω καταλάβει καλά ο Μ. επικεντρώνει την κριτική στο κείμενο μας –ειρρήσθω εν παρόδω : κείμενο που δεν έχει βγει ακόμα στο δημόσιο χώρο (για δικούς μας λόγους), αφού αυτό που μοιράζουμε ήδη και ακόμα και στο «εξειδικευμένο κοινό» για το οποίο προοριζόταν αυτό το κείμενο, είναι η προκήρυξη με τον τίτλο «Η «νέα γρίππη», ο φόβος και οι μπίζνες»- στα εξής δύο σημεία:

Α. Στην εκτίμηση εκ μέρους μας του κινδύνου πανδημίας από την «νέα γρίππη», τόσο όσον αφορά την πιθανότητα εμφάνισης της, όσο κι όσον αφορά την πιθανή βαρύτητα της (Μ.: «Αυτό που με βρίσκει αντίθετο είναι η εκτίμηση της σοβαρότητας του ενδεχόμενου εμφάνισης πανδημίας»)
Β. Στην θέση μας όσον αφορά τον μαζικό εμβολιασμό του πληθυσμού και στην εναντίωση μας σ’αυτόν.

Α. Περί πανδημίας, ή περί αποκαλύψεως του Ιωάννου

Ας μπούμε στην ουσία της απάντησης. Πρώτα σε σχέση με το σημείο Α. Καταρχήν νομίζω ότι υπάρχει μια σύγχυση στους όρους που χρησιμοποιεί ο Μ.. Το λέω αυτό επειδή μιλάει για «πιθανότητα εμφάνισης πανδημίας», όταν πανδημία υπάρχει ήδη! Σύμφωνα με τον νέο ορισμό της πανδημίας που έχει ο Π.Ο.Υ. (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας), αυτή την στιγμή υπάρχει πανδημία «νέας γρίπης» στον κόσμο. Νέος ορισμός της πανδημίας; Ακριβώς. Θέλετε να μάθετε τι έλεγε ο παλιός ορισμός της πανδημίας, ο ορισμός δηλαδή που είχε ο ΠΟΥ μέχρι το Μάιο του 2009; Έλεγε λοιπόν ότι, «πανδημία γρίπης έχουμε όταν εμφανίζεται ένας νέος ιός γρίπης έναντι του οποίου ο ανθρώπινος πληθυσμός δεν διαθέτει καμία ανοσία, με αποτέλεσμα οι επιδημίες να προκαλούν ένα τεράστιο αριθμό θανάτων και ασθενών σε ολόκληρο τον κόσμο». Θέλετε να μάθετε τι λέει ο νέος ορισμός της πανδημίας μετά το Μάιο του 2009; Λέει ότι «μια επιδημία της νόσου εμφανίζεται, όταν η νόσος προσβάλλει περισσότερο κόσμο από το κανονικό. Πανδημία έχουμε όταν μία νόσος αποκτήσει επιδημικά χαρακτηριστικά σε ολόκληρο τον κόσμο.»1 (Το τι σημαίνει αυτό σε ιδεολογικό και πρακτικό επίπεδο, θα το πιάσω παρακάτω). Υποθέτω λοιπόν, αφού όπως είπαμε πανδημία υπάρχει ήδη, ότι ο Μ. θέλει να πει: πιθανότητα μαζικής νόσησης από τη «νέα γρίπη» του μεγαλύτερου μέρους ,ή όλου, του πληθυσμού, με λίγα λόγια ότι υιοθετεί τον παλιό ορισμό της πανδημίας του ΠΟΥ.
Δεύτερον. Ο Μ. ισχυρίζεται ότι «συμφωνεί σε γενικές γραμμές με την επιχειρηματολογία γύρω από «Το παράδειγμα της «νέας» γρίπης σαν επέκταση του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία στο πεδίο της υγείας», αλλά τον βρίσκει αντίθετο «η εκτίμηση της σοβαρότητας του ενδεχόμενου εμφάνισης πανδημίας». Μόνο που εδώ υπάρχει ένα πρώτο, θα έλεγα μεθοδολογικό πρόβλημα. Επειδή βασική παραδοχή αυτής της επιχειρηματολογίας είναι ότι αυτά που λένε τα αφεντικά «περί ιού-ασύμμετρης απειλής» δεν είναι απλώς ψέματα, είναι ένα οργανωμένο φαντασιακό σχήμα (αυτό που λέμε: «κοινωνική κατασκευή») με συγκεκριμένη αξία χρήσης και στην βάση ιδεολογικών και προϋποθέσεων και μισών αληθειών (δηλαδή ολόκληρων ψεμάτων). Δηλαδή όταν οι «κυρίαρχοι» (π.χ. οι οι «ειδικοί» του Π.Ο.Υ.) λένε: «θα έρθει πανδημία, θα πεθάνουν πολλοί», καταρχάς παίζουν φανερά με ιδεολογικούς όρους και με μισές αλήθειες. Παίζουν ιδεολογικά για τον απλούστατο λόγο ότι πανδημία, δεν σημαίνει –στην επιδημιολογική αργκό- ότι θα νοσήσει όλος ο παγκόσμιος πληθυσμός, αλλά όπως αναφέραμε και παραπάνω, σημαίνει ότι θα προσβληθεί από την νόσο μεγαλύτερος αριθμός ασθενών από το κανονικό. Αλήθεια ποιος είναι ο «κανονικός αριθμός προσβολής ανθρώπων από μια νέα νόσο»; Και γιατί ο ΠΟΥ άλλαξε τον ορισμό για την πανδημία το Μάιο του 2009;
Εδώ μια παρένθεση: Θυμάμαι όταν έκανα την παιδιατρική κλινική άσκηση στο πανεπιστήμιο, που υπήρχε πάλι ένα ερώτημα μαζικού εμβολιασμού ή όχι (εκείνη την εποχή το αντιμηνιγγικό εμβόλιο δεν ήταν στο εθνικό πρόγραμμα των εμβολιασμών), για την μηνιγγίτιδα στην Κρήτη, με αφορμή την εμφάνιση δύο παιδιών που είχαν προσβληθεί από το μηνιγγιτιδόκκοκο C. Τότε υποστήριζε ένας παιδίατρος- λοιμωξιολόγος ότι «έχουμε επιδημία μηνιγγίτιδας στην Κρήτη, σύμφωνα με τον ορισμό της επιδημίας». Ξέρετε τι έλεγε αυτός ο ορισμός; Ότι αν είχαμε 4 κρούσματα μηνιγγίτιδας στην Κρήτη, ε αυτό είναι επιδημία (άσχετο: γνωρίζουμε όλοι πόσο δύσκολα μεταδίδεται η μηνιγγίτιδα, ψέματα; Γνωρίζουμε επίσης πως όταν κλείνουν και απολυμαίνονται οι τάξεις μετά από ένα «κρούσμα» μηνιγγίτιδας, αυτή η πράξη συνιστά μια τεράστια παπαριά από πλευράς δημόσιας υγείας, αφού ο μηνιγγιτιδόκοκκος δεν ζει στο περιβάλλον ούτε δευτερόλεπτο!!! Άρα δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα μετάδοσης του μικροβίου στην τάξη, πέρα από τους ανθρώπους που ήρθε το «κρούσμα» σε άμεση και στενή επαφή, π.χ το πολύ-πολύ τον διπλανό του. Ακόμα και σ’αυτή την περίπτωση, ο διπλανός συμμαθητής του «κρούσματος» μπορεί να λάβει προληπτικά ένα συγκεκριμένο αντιβιοτικό χάπι. Ούτε καν να φύγει από το σχολείο). Καλά διαβάσατε. Τέσσερα κρούσματα σε ένα πληθυσμό 500 με 600 χιλιάδων ανθρώπων συνιστούν ορισμό επιδημίας!
Το γράφω αυτό γιατί θέλω να πάω λίγο πιο βαθιά: πιθανότατα όλοι οι επιστημόνες δεν είναι πλιατσικολόγοι, ούτε ηλίθιοι. Η συντριπτική πλειψηφία όμως από αυτούς, κλεισμένοι μέσα στα εργαστήρια τους, είναι τόσο αποκομμένοι από την κοινωνική κίνηση, που καταντούν να πιστεύουν αυτά που λένε. Είναι με άλλα λόγια ιδεολόγοι (δηλαδή: ψεύδονται και στους ίδιους τους εαυτούς τους), κάτι πολύ χειρότερο –κατά την γνώμη μου- από απατεώνες.
Αλήθεια πόσοι, ακόμα και από μας, τους «ειδικούς» τα γνωρίζουν αυτά; Εγώ για παράδειγμα πριν αρχίσω να ψάχνω την ιστορία της «νέας γρίππης» δεν ήξερα τι πάει να πει «πανδημία». Για σκεφτείτε τώρα πόσοι από τους εκμεταλλευόμενους μπορούν να διαχειριστούν κριτικά μια τέτοια άποψη. Δεν είναι κομμάτι λοιπόν της ιδεολογικής διαχείρισης της νόσου, αυτοί οι επιδημιολογικοί όρου, που εκτός των άλλων δεν θα γίνουν ποτέ ζήτημα της δημόσιας σφαίρας;
Ωστόσο τα αφεντικά λένε ψέματα και με επιστημονικούς όρους. Και λένε ψέματα –για να μιλήσουμε και λίγο επιστημολογικά- επειδή λένε κάτι που δεν μπορεί να διαψευστεί («επιστημονικό είναι ότι μπορεί να διαψευστεί», έλεγε ένας Πόπερ). Άντε διάψευσε τώρα εσύ ότι «θα υπάρξει πανδημία το Δεκέμβρη». Ή άντε επιβεβαίωσε εσύ σήμερα ότι «θα υπάρξει πανδημία το Δεκέμβη».
Γιατί τα λέω όλα αυτά; Επειδή ο Μ., παρόλο που γράφει ότι δέχεται την επιχειρηματολογία μας γύρω από «το παράδειγμα της νέας γρίππης, κλπ», στην πραγματικότητα αρνείται τις παραδοχές αυτής της επιχειρηματολογίας. Και τις αρνείται όχι γιατί δεν αποκλείει το ενδεχόμενο επικείμενης μαζικής νόσησης, ούτε γιατί πιστεύει ότι θα έρθει μαζική νόσηση, αλλά επειδή στηρίζει όλη την επιχειρηματολογία του σ’αυτό που λένε τα φερέφωνα των αφεντικών: δηλαδή ότι «επίκειται νόσηση όλου του πληθυσμού». Με άλλα λόγια παίρνει τις μετρητοίς αυτά που λένε τα αφεντικά.
Εδώ είναι φανερό ότι υπάρχει δεύτερο πρόβλημα.
Και υπάρχει ένα πρόβλημα επειδή κατά την γνώμη μου υποτιμά κάτι που γράφει ο ίδιος λίγο παρακάτω, κάτι με το οποίο εγώ συμφωνώ απόλυτα: ότι δηλαδή «το πρόβλημα ξεκινάει από το ότι μέχρι σήμερα ο διάλογος γίνεται σε επίπεδο προβλέψεων».
Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα/ τώρα πές μου τι κάνουμε, που λέει και η γνωστή αοιδός.
Το «ότι μέχρι σήμερα ο διάλογος γίνεται σε επίπεδο προβλέψεων» είναι πράγματι ένα σοβαρό πρόβλημα, ένα πρόβλημα που μας βάζει σοβαρά διλήμματα, όχι απλώς θεωρητικά, αλλά πολύ περισσότερο πρακτικά, πρακτικά στο καθημερινό ζωτικό επίπεδο της διαχείρισης όχι μόνο της δημόσιας υγείας, αλλά και της διαχείρισης της υγείας του κάθε ανθρώπου που ζητάει την γνώμη μας. Συμφωνώ λοιπόν απόλυτα με τον Μ., όπως επίσης: συμφωνώ απόλυτα ότι αυτό το στοιχείο κάνει θεμελιωδώς υποθετικές τις όποιες εκτιμήσεις μας για το ενδεχόμενο ή όχι νόσησης όλου του πληθυσμού. Κι ακόμα περισσότερο: για το ενδεχόμενο σοβαρών επιπλοκών/ θανάτων κλπ από αυτή την νόσηση. Όμως φοβάμαι ότι αυτό δεν είναι ένα τυχαίο πρόβλημα. Αντίθετα είναι μάλλον το κύριο επιχείρημα της ιδεολογίας των αφεντικών και των θεσμών τους, κι ακόμα περισσότερο: είναι ο κεντρικός εκβιασμός που γίνεται στους εκμεταλλευόμενους, ένας εκβιασμός που σε τελευταία ανάλυση δεν μπορεί να αντικρουστεί με επιχειρήματα. Γιατί ποιος θα βάλει την υπογραφή του ότι ο τάδε παππούς με την τάδε καρδιοαγγειακή νόσο, δεν θα πάθει την ίωση, ή αν την πάθει δεν θα νοσήσει σοβαρά, ή ακόμα χειρότερα, αν την πάθει και νοσήσει, δεν θα πεθάνει; Μόνο που σε αυτό βασίζονται και τα αφεντικά: στην αβεβαιότητα, στην αδυναμία πρόβλεψης του τι θα γίνει και στην αδυναμία επιχειρηματολογίας επί του αντιθέτου από αυτού που λένε σε επίπεδο προβλέψεων, σε ένα στυλ: οκ, έχετε τις αντιρρήσεις σας, τα εναντίον επιχειρήματα για τον μαζικό εμβολιασμό, κλπ, αλλά αν συμβεί μαζική νόσηση του πληθυσμού και των ευπαθών ομάδων; Αν νοσήσει ο παππούς; (απάντηση: μαζικός εμβολιασμός των ευπαθών ομάδων). Αν έρθει σε επαφή το παιδί με τον άρρωστο συμμαθητή του; (απάντηση: μαζικά κλεισίματα σχολείων μόλις λείπει κάποιος). Αν σε μια διαδήλωση έχει ένας διαδηλωτής «νέα γρίππη»; (απάντηση: απαγόρευση των διαδηλώσεων και συναθροίσεων• έχει γίνει ήδη στο Μεξικό). Αν, αν, αν....
Και φοβάμαι επίσης ότι «οι διάφοροι παγκόσμιοι οργανισμοί... που δυστυχώς μόνο αυτοί έχουν τέτοιας εμβέλειας στοιχεία που να τους επιτρέπουν να κάνουν σχετικά ασφαλείς προβλέψεις», όπως γράφει ο Μ., μπορούν επίσης να κάνουν κάτι παραπάνω, αν δεν έχουν αυτά τα στοιχεία. Ας πούμε: μπορούν να τα κατασκευάσουν. Δεν λέω και τίποτα φοβερό, μην κάνετε πως εκπλήσσεστε. Ούτε φτιάχνω θεωρίες συνωμοσίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που έχουν κάνει το ίδιο αυτοί οι οργανισμοί...Επίσης δεν είναι η πρώτη φορά, που τα ωραία τους στοιχεία «πέφτουν έξω», θα λεγα το αντίθετο. Γιατί πράγματι, όπως αναφέραμε και στην ανάλυση για το «νέο παράδειγμα νόσων», τα ίδια λέγανε και με τον ιό της πνευμονίας. Τα ίδια και με την γρίππη των πτηνών. Ειδικά για την τελευταία όμως το σύστημα δούλεψε καλά. Ρωτήστε τους φαρμακευτικούς εκπροσώπους της Novartis. Κάτι θα σας πουν για την αγία οσελταμιβίρη (Tamiflu). Και πάει λέγοντας.
Θα ρωτήσει τώρα κάποιος: «μα τόσο δόλιοι και κακοί είναι αυτοί οι οργανισμοί που θα θελήσουν να κατασκευάσουν στοιχεία;»; Μην περιμένετε να απαντήσω τίποτα σχετικά με τους «κακούς αμερικάνους, που βρίσκονται πίσω από όλα». Συγχωρήστε με όμως: όταν ο κάθε μαλακοπίτουρας φαρμακοτρίφτης (και μ’αυτό τον χαρακτηρισμό δεν αναφέρομαι συνολικά στους εργαζόμενους στην προώθηση φαρμάκων, μην παρεξηγηθώ), έρχεται στο ιατρείο μου (στο ιατρείο του τελευταίου παξιμαδιού που βιδώνεται στον τελευταίο τροχό της αμάξης) και μου προτείνει «προμήθεια 10% επί του τάδε σκευάσματος κάθε φορά που το γράφεις», λέτε τώρα εσείς, ότι εκεί στις μηχανές και στα τιμόνια (όχι απλά στους τροχούς της άμαξης) δεν θα παίζουν αντίστοιχα νταλαβέρια; Κι αυτό δεν είναι μια θεμελιωδώς υποθετική εκτίμηση, είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε επ ουδενί να την περιφρονήσουμε, ή να την θεωρήσουμε ως κάτι «παρεπιπτόντως», ή με τα λόγια του Μ.: «Το ότι κάποιοι θα τα οικονομήσουν είναι αυτονόητο καθώς όλα έτσι λειτουργούν στον καπιταλισμό».
Γιατί όταν στα πιο έγκυρα (δηλαδή με υψηλότερο impact factor) περιοδικά της ιατρικής κοινότητας, βλέπεις συχνά-πυκνά διάφορα καθάρματα καθηγητές πανεπιστημίων-ερευνητές (όχι στα υψίπεδα των σχολών της βατοπεδινής ελλαδίτσας, αλλά) στα μεγα-ιδρύματα της «αδιάφθορης» (δηλαδή με ένα καπιταλισμό λειτουργούντα υποτίθεται εντός συγκεκριμένων νομικών πλαισίων για τα ανταγωνιστικά κεφάλαια) Αμέρικας, να μαλλιοτραβιούνται σαν την απατημένη σύζυγο με την νέα ερωμένη σε εκπομπή της μεσημεριανής ζώνης, στην βάση επιχειρημάτων «εσύ που τα παίρνεις από την Νοβάρτις και κατασκεύασες στοιχεία για να βγάλεις στην αγορά το avandia,», ε, νομίζω ότι αυτό είναι μια σοβαρή ένδειξη για την ποιότητα των στοιχείων που διακινούν οι διάφοροι οργανισμοί, και ο Π.Ο.Υ. συγκεκριμένα, οι οποίοι δεν απαρτίζονται μόνο από πολιτικό προσωπικό, απαρτίζονται κι από ένα σωρό μεγα-επιστημονίσκους.
Για παράδειγμα πόσοι γνωρίζουν ότι υπεύθυνοι στον ΠΟΥ σε θέματα πανδημιών, είναι δύο μεγα-επιστήμονες ο Kristner Otfried, ένας από τους εφευρέτης του εμβολίου της εταιρίας Baxter, και ο Norbet Hehme στελεχάρα της Glaxo; Οι δύο αυτοί κύριοι συμμετείχαν σε κάμποσες συναντήσεις του οργανισμού με θέμα την «αξιολόγηση και ανάπτυξη πανδημικών εμβολίων γρίππης» και για την σύνταξη μιας τεχνικής έκθεσης σε θέματα δημόσιας υγείας αναφορικά με τα εμβόλια γρίππης.2 Πόσο ανεξάρτητος είναι ένας παγκόσμιος οργανισμός και πόσο αξιόπιστα είναι τα στοιχεία του για τις επιδημίες, αν βασικά στελέχη του υπεύθυνου τμήματος, είναι στελέχη και του φαρμακευτικού κεφαλαίου;
Ο σύντροφος/ συνάδελφος όμως αυτό το παραβλέπει, ή τουλάχιστον δεν το αντιλαμβάνεται στην πλήρη σημασία και έκταση του. Όχι στην βάση της αφέλειας και της μη-καχυποψίας, αλλά στην βάση μιας θεμελιωδώς υποθετικής εκτίμησης, δηλαδή ότι «μια επιδημία κάποτε θα ενσκήψει» (πάλι υποθέτω ότι με την έννοια επιδημία/ πανδημία εννοούμε μαζική νόσηση ή/ και νόσηση όλου του πληθυσμού, και δεν χρησιμοποιούμε τις έννοιες όπως οι «ειδικοί»)
Μόνο που το ζήτημα αυτό έχει και άλλα ποδάρια: γιατί οι φαρμακοβιομηχανίες που «θα τα οικονομήσουν αφού όλα έτσι λειτουργούν στον καπιταλισμό», δεν είναι και κανένας παρακατιανός κλάδος του κεφαλαίου: είναι από τους πιο κερδοφόρους τομείς της αγοράς, με κέρδη πάνω και από την βιομηχανία όπλων!!! Μπορεί ο καθένας να κατανοήσει βαθιά τι σημαίνει αυτό; Τι σχέσεις, τι θέσεις εξουσίας, τι ρόλους, τι φράγκα, τι ,τι, τι, δυοχιλιάδες εννιά (2009) τι.
Ωστόσο υπάρχει κι ένα άλλο ζήτημα. Αυτό που έπιασα λίγο και παραπάνω. Ότι δεν χρειάζεται κάποιος να τα παίρνει χοντρά για να λέει μαλακίες περί «νέας γρίππης». Επειδή οι επιστήμονες είναι και ιδεολόγοι. Δηλαδή είναι ικανοί να πιστέψουν τις απίστευτες μαλακίες, κυριολεκτικά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ηλίθιοι, επιμένω. Ωστόσο πέστε μου εσείς πως μπορεί να πιστέψει ένας λογικός άνθρωπος ότι το σύμπαν προήλθε από ένα μόνο σβώλο απειροελάχιστων διαστάσεων και άπειρης πυκνότητας, που διαστελλόταν με γεωμετρική πρόοδο και σύμφωνα με συγκεκριμένους μαθηματικούς τύπους που επιβεβαιώνουν αυτή την υπόθεση, μέχρι την χρονική στιγμή (dt) 10 στην μείον σαραντατρία (δηλαδή βάση 10 στην αρνητική τεσσαροκοστή τριακοστή τρίτη δύναμη). Όμως αυτή είναι χοντρικά η θεωρία της μεγάλης έκρηξης (big-bang) και αυτή η θεωρία είναι κυρίαρχη σήμερα στην θεωρητική φυσική για την προέλευση του σύμπαντος (ξέρω μερικές δεκάδες αντίστοιχες θεωρίες στην ιατρική, π.χ. «η γενετική βάση της παχυσαρκίας», κλπ, κλπ)
Το λέω αυτό γιατί θέλω να πάω στο εξής ζήτημα. Ας μου εξηγήσει κάποιος που βασίζει την υπόθεση ότι μια επιδημία/ πανδημία/ μαζική νόσηση του πληθυσμού θα ενσκύψει μέσα στα επόμενα χρόνια. Στις μαζικές μεταναστεύσεις των πληθυσμών, στην παγκοσμιοποίηση που μας κάνει όλους κατοίκους ενός μικρού πλανητικού χωριού, στην εκτίμηση ότι οι συνθήκες μαζικής βιομηχανίας ζώων είναι ιδανικές για δημιουργία νέων ασθενειών, σε τι; Πως μπορεί να υποθέσει κάποιος ότι μια επιδημία, και συγκεκριμένα μια επιδημία από την «γρίππη των χοίρων» μπορεί να ενσκήψει στα επόμενα χρόνια, ώστε να παίρνει την πατέντα για το εμβόλιο; Και γιατί να μην ενσκήψει μια επιδημία γρίππης των αγελάδων, των γατιών ή των σκύλων τα επόμενα χρόνια; Ή αλλιώς: μήπως αν –λέω: αν- πάει καλά η επιχείρηση «νέα γρίππη», είναι πιο πιθανό τα επόμενα χρόνια να ενσκήψει μια επιδημία γρίππης των αγελάδων, των γατιών, ή των σκύλων;

Πάμε τώρα στο ζήτημα της θνησιμότητας/ θνητότητας. Συμφωνώ με το Μ., στο κείμενο υπάρχει μια σύγχυση στους επιδημιολογικούς όρους: πράγματι η σύγκριση που κάνουμε των δύο τύπων γρίπης είναι στην βάση της θνητότητας (case fatality, δηλαδή στο κλάσμα: θάνατοι ανθρώπων από την νόσο προς όλους αυτούς που αρρώστησαν από την νόσο. Πιο απλά: πόσο θανατηφόρος είναι η νόσος για τον κάθε άνθρωπο), όχι της θνησιμότητας κι αυτή η λέξη πρέπει να αλλάξει στο κείμενο. Η επιχειρηματολογία όμως παραμένει ανέπαφη. Επειδή και πάλι εδώ ενσκύπτει το ίδιο πρόβλημα: «αν επαληθευτούν οι προβλέψεις των επιστημόνων». Αλήθεια ποιες προβλέψεις; Οι προβλέψεις της νόσησης όλου του πληθυσμού; Οι προβλέψεις της θνητότητας της νόσου; Αφού ο Μ. μένει στο ελληνικό επίπεδο, θα μείνω και γω για λίγο εδώ (αν και ομολογώ ότι δεν θέλω να μπω σε μια «επιστημονική» συζήτηση, αλλά φαίνεται ότι αυτό είναι αδύνατο να συμβεί). Λοιπόν. Καταρχήν το γεγονός ότι στην Ελλάδα καταγράφτηκε πέρυσι ένας θάνατος από την εποχική γρίπη, νομίζω δεν στέκει σαν επιχείρημα. Επειδή το ξέρουμε όλοι καλά όλοι οι διαδικασίες επιτήρησης νόσων στην Ελλάδα υπάγονται στην γνωστή λειτουργία του μπουρδέλου, όπως όλες οι στατιστικές κλπ μέθοδοι των δημόσιων υπηρεσιών (εδώ η υποτιθέμενη πρόβλεψη δημοσιονομικού ελλείμματος 6% για το 2009, έγινε εν μια νυκτί 12%, και όχι μόνο για λόγους μικροπολιτικούς, δεν ξέρω αν λέω και σωστά τα νούμερα. Επειδή μάλιστα τα πράγματα έχουν παραμαλακιστεί, πράγμα που το χουν καταλάβει και τα αφεντικά, γι’αυτό θέλουν να κάνουν την εθνική στατιστική υπηρεσία ανεξάρτητη αρχή. Για να μπορούν να κάνουν τις δουλειές τους με πιο «αξιόπιστο τρόπο»). Επίσης είναι στην βάση του εθελοντισμού. Να δώσω ένα παράδειγμα. Πριν από ένα τρίμηνο, κατά την έναρξη της δουλειάς μου στο κέντρο υγείας που δουλεύω, ήρθε μια παιδίατρος και μου είπε: θέλεις να συμμετέχεις στο τάδε project του ΚΕΕΛΠΝΟ, για να δίνεις κάθε μήνα κάποια στοιχεία για τις μολυσματικές νόσους; Ακόμα δεν της έχω απαντήσει, δεν με ξαναενόχλησε κι αυτή (Και το ΚΕΕΛΠΝΟ περιμένει...).
Δεύτερο. Ας παίξουμε στο παιχνίδι των επιδημιολόγων, των επιστημόνων που «μπορεί να επαληθευτούν οι προβλέψεις τους». Σύμφωνα με τις επίσημες προβλέψεις τους λοιπόν, έχουν νοσήσει από τη «νέα γρίππη» 800 000 άτομα στην Ελλάδα μέχρι σήμερα κι έχουν πεθάνει 19 (εγώ θα πω :20)3 . Καταρχήν υπάρχει ένα ζήτημα με αυτούς που έχουν πεθάνει: δεν υπάρχει κανένας που να ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου (πλην δύο με παχυσαρκία, μπορώ να υποθέσω νοσηρή παχυσαρκία, άρα με τουλάχιστον μερικούς ακόμα παράγοντες υψηλού κινδύνου, π.χ δυσλιπιδαιμία, κλπ). Δεύτερο, οι περισσότεροι είναι ανοσοκατασταλμένοι κι όλοι ξέρουμε τι σημαίνει αυτό. Τρίτο: όταν κάποιος έχει καρκίνο στον πνεύμονα και είναι υπό χημειοθεραπεία, μπορεί κάποιος σοβαρά να πει, ότι αυτός ο άνθρωπος πέθανε από «νέα γρίππη», επειδή βρέθηκε θετικός στο τεστ του ιού, ακόμα κι επειδή αρρώστησε από την νόσο; Μα ο άνθρωπος αυτός και με ένα από τους ιούς του κοινού κρυολογήματος να αρρώσταινε, πιθανότατα θα έμπαινε στο νοσοκομείο και θα πέθαινε. Αλλά ας τα αφήσουμε όλα αυτά.
20 θάνατοι στους 800 000 τι σημαίνει; Σημαίνει θνητότητα περίπου 2,5 θάνατοι στους 100 000 νοσήσαντες, δηλαδή 0.0025 %. Φυσικά αν κάποιος θέλει να κάνει «δημιουργική επιδημιολογία» (κατά το «δημιουργική λογιστική» του Σημίτη), μπορεί να πει ότι λέω μαλακίες, επειδή οι υπολογισμοί πρέπει να γίνουν με βάση τα «επιβεβαιωμένα κρούσματα» και όχι τις προβλέψεις. Όμως αν κάποιος θέλει να παίξει σ’αυτό το επίπεδο, θα του υπενθυμίσω ότι ας μην μιλάει τότε για «μαζική νόσηση του πληθυσμού». Ή την πίτα ολόκληρη, ή το σκύλο χορτάτο (και η επιστημονική αγυρτεία πρέπει να έχει όρια, έτσι;). Τώρα μην αρχίσω τα ίδια επιχειρήματα: πόσοι πεθαίνουν από την κοινή γρίππη, για να μην πω από τα τροχαία, κλπ, κλπ, κλπ, κλπ.
Να πω όμως κάτι άλλο: ότι, αν όπως λένε οι επιδημιολόγοι έχουν νοσήσει στην Ελλάδα 800 000 από τη «νέα γρίππη», πόσες εκατοντάδες χιλιάδες είναι αυτοί που έχουν αντισώματα έναντι του ιού χωρίς να έχουν νοσήσει; Έχουν γίνει σχετικές έρευνες;; (Σιγά μην γίνουν, εδώ συστήνουν το εμβόλιο ακόμα και σ’αυτούς που έχουν νοσήσει, «δεν βαριέσαι λένε, δεν θα πάθουν και τίποτα». Αρκεί να γίνεται η δουλειά) Γιατί με τα λίγα που ξέρω από ιολογία, λέω ας πούμε, ότι για να νοσήσει κάποιος πρέπει να εκτεθεί σε ένα ορισμένο αριθμό ιών χ. Ωστόσο, πρώτον δεν έχουν όλοι οι οργανισμοί την ίδια άμυνα έναντι των παθογόνων μικροβίων και ιών, πάει να πει ότι μπορεί να χρειάζεται έκθεση σε αριθμό μεγαλύτερο από χ για να νοσήσει κάποιος (π.χ να βήξει κάποιος στα μούτρα του, κάμποσες φορές και όχι μόνο μία). Όπως επίσης, αυτός που θα εκτεθεί σε ένα αριθμό μικρότερο από χ, δεν θα νοσήσει μεν, αλλά ο οργανισμός του θα μπει στην διαδικασία ανοσοαπάντησης, άρα θα αποκτήσει ανοσία απέναντι στην νέα γρίππη. Λέω τώρα εγώ, ότι αυτό συμβαίνει ήδη μαζικότατα. Και λέω και κάτι άλλο: μπορεί κάποιος να πει με σιγουριά, ότι αυτό που λένε οι επιδημιολόγοι, ότι χρειάζεται το 30% του πληθυσμού να εμβολιαστεί για να δημιουργηθεί «ανοσολογικό φράγμα», δεν συμβαίνει ήδη;
Ωστόσο πραγματικά δεν είναι αυτό το θέμα. Εξάλλου πιθανολογώ ότι και ο Μ. αποδέχεται ένα κομμάτι αυτής της επιχειρηματολογίας, αφού πράγματι δεν τον θεωρώ απολογητή των εμβολίων και των φαρμάκων.
Θέλω τώρα να πάω παρακάτω σε πράγματα πιο ουσιαστικά. Δεν ξέρω αν θα υπάρξουν συνθήκες ακόμα πιο μαζικής νόσησης του πληθυσμού από τη «νέα γρίππη». Είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν. Αυτό που μπορώ να υποστηρίξω με σχετική βεβαιότητα είναι ότι αυτή η νόσος θα συνεχίσει να έχει ήπιο χαρακτήρα, και ακόμα περισσότερο αυτό που ενδιαφέρει εμάς: η διαχείριση αυτής της νόσου αποτελεί ένα πείραμα από την πλευρά του κεφαλαίου (σ’αυτό αναφέρομαι όπου γράφω «αφεντικά» μέσα στο κείμενο) και του κράτους, ένα πείραμα με πολλά ποδάρια. Η κριτική μας σ’αυτή την νόσο, ως ΣΥΚ, δεν είναι μόνο στο ιδεολογικό επίπεδο (ενάντια στην συνθήκη του φόβου), είναι και στο πρακτικό (ενάντια στην διαχείριση του σώματος μας ως εκμεταλλευόμενοι). Και εδώ έρχεται η θέση του Μ., «σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι τα αφεντικά έχουν δίκιο, αφού τότε τα πράγματα θα είναι όντως δύσκολα. Κυρίως για αυτούς που θα αρρωστήσουν αλλά και για αυτούς που θα έχουν πει ότι: Σ’αυτή την περίπτωση λοιπόν, μια σχετικά ήπια ίωση, με ελάχιστη θνησιμότητα ακόμα και σε σχέση με την γνωστή σε όλους γρίπη, γίνεται προσπάθεια να μετατραπεί σε μια φοβερή πανδημία που απειλεί συλλήβδην τον παγκόσμιο πληθυσμό... θα γίνει απειλή, θα γίνει θανατηφόρος ιός, θα γίνει συνθήκη έκτακτης ανάγκης. Θα γίνει μείζων πρόβλημα δημόσιας υγείας για τον παγκόσμιο πληθυσμό». Θα πάμε πρώτα στο δεύτερο σημείο της κριτικής που μας απευθύνει ο Μ., πριν απαντήσουμε στο συγκεκριμένο ερώτημα. Αυτό που αφορά την θέση μας σε σχέση όσον αφορά τον μαζικό εμβολιασμό του πληθυσμού και στην εναντίωση μας σ’αυτόν.


Β. Περί μαζικού εμβολιασμού, ή περί της σωτηρίας της ψυχής (που είναι πολύ μεγάλο πράγμα).

Καταρχήν, υπάρχει κατά την γνώμη μου ένα λάθος στην κατανόηση του τι εννοούμε με το εμβόλιο ως «εμπόρευμα-έκτακτης ανάγκης» και το εμπόρευμα-ασφάλεια 4 , και κυρίως του γιατί εναντιωνόμαστε στον εμβολιασμό. Το λάθος αυτό συνίσταται στην προβολή από το Μ. σε εμάς (ως ΣΥΚ), μιας «ηθικής εναντίωσης στον εμβολιασμό», όπως αναλύεται στην παράγραφο «περί εβαπορισμού». Γράφει για παράδειγμα: «Θα συμφωνήσω ότι υπάρχουν κάποια «εμπορεύματα» τα οποία δεν δικαιολογούμαστε να αγοράζουμε...» και παρακάτω «εδώ θα έπρεπε λοιπόν η ΣΥΚ να μας δείξει την ιδιαίτερη ποιότητα του εμπορεύματος εμβόλιο που το κατατάσσει στην κατηγορία αυτών που δεν αγοράζονται και όχι σε αυτά που δεν θα προσάψουμε κάτι σε αυτόν που θα τα αγοράσει» και λίγο πιο κάτω, ακόμα πιο ρητά: «έχω να κατηγορήσω αυτόν που διαφημίζει τον εμβολιασμό ως τη λύση, δεν έχω τίποτα όμως να προσάψω σε αυτόν που κάνει το εμβόλιο για να προστατέψει τον εαυτό του ή τους γύρω του (άσχετα με το κατά πόσο ισχύει αυτό)»

Πρώτα απ΄ όλα εγώ προσωπικά διαφωνώ ότι υπάρχουν κάποια εμπορεύματα τα οποία δεν δικαιολογούμαστε να αγοράζουμε (ποια είναι αυτά τα εμπορεύματα; H Mercedes; το μαύρο χαβιάρι; η αστακομακαρονάδα; το ταξίδι στο Μανχάταν ή στο Ντουμπάι πριν καταρρεύσει η οικονομία του; Κάποιο άλλο;), αλλά δεν θα επεκταθώ επ’αυτού (Να πω μόνο ότι γενικά διαφωνώ με μια «ηθική» θεμελίωση της υποκειμενικής πολιτικής επιλογής).
Δεύτερο. Η προσπάθεια που κάνουμε ως ΣΥΚ, στην σχετική παράγραφο («Το εμβόλιο ως η υλική πραγματικότητα του εμπορεύματος-ασφάλεια»), είναι να αποδείξουμε ότι το εμβόλιο (θα έλεγα εγώ: κι όχι μόνο αυτό...), μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόρευμα έκτακτης ανάγκης, στην βάση ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών (υποχρεωτική αξία χρήσης, συγκεκριμένη διάρκεια ζωής). Είναι μια προσπάθεια που αποπειράται να δείξει την συνοχή της θεώρησης μας, ότι η ιστορία της «νέας γρίππης» δεν είναι απλά μια κατασκευή που έχει μόνο ιδεολογικούς στόχους (όπως λένε κάποιοι όταν υποστηρίζουν ότι με την «νέα γρίππη» το κράτος θέλει να φοβίσει τον πληθυσμό για να τον διαχειριστεί σε διάφορα επίπεδα καλύτερα), αλλά και άμεσα υλικούς (κι αυτός είναι το κέρδος από εμβόλια, φάρμακα, κλπ).
Η υποχρεωτικότητα, ως ιδιότητα του εμβολίου της «νέας γρίππης» δεν αυτοαναιρείται, όπως ισχυρίζεται ο Μ. («Ως προς την υποχρεωτική εφαρμογή του εμβολιασμού τον οποίο επικαλείται η ΣΥΚ, υπάρχει φάουλ στην επιχειρηματολογία, καθώς στην αρχή χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τις διαφορετικές ιδιότητες του εμπορεύματος εμβόλιο, στη συνέχεια όμως αυτοαναιρείται «ως στην πράξη μη χρήσιμη»), κι αυτό αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά τι γίνεται στις ηπα (κήρυξη καθεστώτος έκτακτης ανάγκης από τον Ομπάμα, πράγμα πολύ μεταγενέστερο από την εποχή που γράφτηκε το κείμενο). Επίσης κατά την γνώμη μου είναι προφανές γιατί δεν μπορούν να λειτουργήσουν όλα τα εμπορεύματα (μεθ, αντιβιοτικά για πνευμονία, κλπ, για διαφορετικούς λόγους το καθένα), ως εμπορεύματα έκτακτης ανάγκης.
Το αναγκαίο και το υποχρεωτικό, θα έλεγα ακόμα περισσότερο το υποχρεωτικά αναγκαίο («θα κάνεις το εμβόλιο γιατί αλλιώς θα πάθεις γρίππη») και το αναγκαστικά υποχρεωτικό («θα το κάνεις θέλεις δεν θέλεις γιατί αν δεν το κάνεις θα κολλήσεις κι όλους τους άλλους»), νομίζω ότι εξηγούν γιατί το εμβόλιο «έχει τις προϋποθέσεις να λειτουργήσει ως εμπόρευμα έκτακτης ανάγκης». Πράγμα που δεν έχει ένα αυτοκίνητο (γίνεται κι αλλιώς η μεταφορά), μια ραπτομηχανή (ράβονται κι αλλιώς τα ρούχα), μία τηλεόραση (υπάρχει και το ραδιόφωνο), ή ακόμα η ζάχαρη και ο καφές (θυμίζω και συμφωνώ εν μέρει με αυτά που λέει ο Μ., ότι όταν το Σισμίκ «απειλούσε» τα ελληνικά χωρικά ύδατα, ο κόσμος έτρεχε στα σούπερ μάρκετ κι αγόραζε αλεύρι (ή σιτάρι στα χωριά) και γάλα, δεν αγόραζε κορν-φλέικς, ούτε εσπρέσο).

Ωστόσο δεν θα επιμείνω επ’αυτού.
Αντίθετα θα επιμείνω σε κάτι που ο Μ. αναφέρει παρακάτω, όμως δυστυχώς: απλώς το αναφέρει, χωρίς να επιμείνει. Κάτι που τελικά είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα αυτής της συζήτησης. Γιατί στην τελική, αυτή η συζήτηση έχει ένα νόημα, αν μπορεί να δώσει μια απάντηση στο τι μπορούμε να κάνουμε, αφού στον ένα ή στον άλλο βαθμό σε δύο-τρία βασικά πράγματα συμφωνούμε σε σχέση με το ζήτημα της «νέας γρίπης». Κι αν θέλετε, όπως είχα γράψει και στο αρχικό μέιλ που απεύθυνα στους health workers, μέιλ που συνοδευόταν από το κείμενο «Εμβολιασμός για την «νέα γρίπη» και ανταγωνιστικό κίνημα», αυτό που μας ενδιαφέρει (ως ΣΥΚ) σε σχέση με την «νέα γρίππη» δεν είναι μόνο το εμβόλιο, είναι πολύ περισσότερα πράγματα. Κι αν επιλέγουμε να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο εμβόλιο, αυτό το κάνουμε επειδή ψάχνουμε να βρούμε πρακτικά σημεία επαφής με τους εκμεταλλευόμενους ασθενείς, που θα υποστούν, όπως και μεις, τον εκβιασμό του «εμβολιάσου ή πεθαίνεις», που αντιλαμβάνονται αυτό το ζήτημα σαν άμεσο και επείγον πρόβλημα τους. Και με αφορμή την εναντίωση στον εμβολιασμό, θέλαμε να συναντηθούμε με κάποιο κόσμο και να ανοίξουμε το ζήτημα σε όλες του τις διαστάσεις. Γι’αυτό άλλωστε η όλη εναντίωση μας στον εμβολιασμό δεν γίνεται στην βάση ατομικών συμπεριφορών, ούτε ηθικών επιλογών. Ούτε καν στην βάση μόνο (ή κυρίως) επιστημονικών επιχειρημάτων. Γίνεται στην βάση συλλογικών ανταγωνιστικών προταγμάτων και πρακτικών. Πρακτικών όχι ακτιβιστικών, αφού όπως λέμε σαν ΣΥΚ: η υπόθεση της νέας γρίππης δεν είναι υπόθεση μόνο ολιγομελών πολιτικών διαδικασιών, είναι υπόθεση των εκμεταλλευόμενων. Τελικά δηλαδή δεν έχει κανένα νόημα που εγώ δεν κάνω το εμβόλιο, ή που θα το κάνει κάποιος συνάδελφος, αν αυτή η πρακτική όχι μόνο δεν αποκτήσει συλλογικά χαρακτηριστικά, αλλά (κι αν δεν) γίνει μια βάση για να μιλήσουμε συλλογικά για την επιχείρηση του κράτους να διαχειριστεί την υγεία και την ασθένεια μας και για την επιδίωξη του φαρμακευτικού κεφαλαίου να αποσπάσει κέρδος και για όλα αυτά τα πράγματα που συζητάμε στο κείμενο και σ΄ αυτό το διάλογο.

Πάμε λοιπόν, σ’αυτό το σημαντικό, που λέει ο Μ. σε μια αποστροφή του:

«Ούτε θα γίνουμε πιο κατανοητοί αν στραφούμε κατά του εβαπορέ και όχι κατά της δημιουργίας συνθηκών εκτάκτου ανάγκης!»

Αυτή η σκέψη εμένα μου βάζει διάφορα ζητήματα. Το πρώτο ζήτημα, και είναι το σημείο στο οποίο διαφωνώ όπως το βάζει ο Μ., είναι ότι εμείς, ως ΣΥΚ, εναντιωνόμενοι στον εμβολιασμό, δεν χτυπάμε μόνο την επιδίωξη του κράτους («όχι στην δημιουργία συνθηκών εκτάκτου ανάγκης»), αλλά και την επιδίωξη του κεφαλαίου («όχι στα κερδοφορία σου πάνω στα κορμιά μας, και μάλιστα με αυτούς τους όρους). Αντίθετα αν καταλαβαίνω καλά, ο Μ. το βλέπει κυρίως ως «ιδεολογικό ζήτημα»: «Η δημιουργία κατάστασης εκτάκτου ανάγκης και το συνακόλουθα δημιουργούμενο αίτημα για ασφάλεια έχουν ως μόνο στόχο την πλήρη πειθάρχηση και υπακοή ώστε να υλοποιηθούν τα σχέδιά τους» (το bold δικό μου) και παρακάτω: «Εν ολίγοις το εμβόλιο συμφέρει τα αφεντικά, τόσο για επικοινωνιακούς λόγους, μιας και εμφανίζονται σαν να έχουν μια λύση στην κρίση που δεν θα μπλοκάρει την αγορά, όσο και γιατί ελπίζουν να αμβλύνει ή και να ελέγξει την κρίση».
Προσωπικά, βλέπω κάθε κοινωνική σχέση μέσα στον καπιταλισμό να έχει διπλό χαρακτήρα. Την βλέπω δηλαδή, ως σχέση και εκμετάλλευσης και κυριαρχίας (και όχι μόνο ως σχέση κυριαρχίας) και αυτός είναι ένας καλός λόγος (θεωρητικός και πρακτικός) που μου κάνει η ερμηνεία της ΣΥΚ, η οποία –κατά την γνώμη μου- επιβεβαιώνεται και πρακτικά.

Το δεύτερο ζήτημα το οποίο όντως με προβλημάτισε, ζήτημα που μπορώ να πω ότι μου το έβαλε κι ένας σύντροφος από αυτούς που πρωτοδιάβασαν το κείμενο, ήταν το εξής: καλά όλα αυτά, αλλά μήπως καταντήσετε σαν αυτούς, που εναντιωνόμενοι στην βιοτεχνολογία, καταντάνε να έχουν σαν απάντηση: «όχι στα μεταλλαγμένα».

Νομίζω ότι εδώ αξίζει να πούμε δύο λόγια. Καταρχήν εμείς ως ΣΥΚ, δεν μιλάμε μόνο για το εμβόλιο. Επίσης, όπως γράφω και παραπάνω, την ιστορία της αντίστασης στον εμβολιασμό, δεν την βλέπουμε ακτιβιστικά, την βλέπουμε σαν συλλογική ανταγωνιστική πρακτική, που αφορά συνολικά τους εκμεταλλευόμενους που θέλουν να αντισταθούν σ’ αυτό που πάει να τους επιβληθεί. Κι αυτό στην πράξη, όχι αφηρημένα (όπως λίγο πολλοί κάνουν αυτοί που ασχολούνται με τα μεταλλαγμένα, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς). Π.χ θέλαμε να καλέσουμε μια συνέλευση σε ένα νοσοκομείο για να συζητήσουμε με το προσωπικό την γνώμη του για όλα αυτά και να παλέψουμε συλλογικά, πράγμα που στον ένα ή στον άλλο βαθμό γίνεται στο κέντρο υγείας που δουλεύω εγώ. Δεύτερο κι εξίσου σημαντικό. Νομίζω ότι όταν ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο προσπαθεί να σχεδιάσει μια ανταγωνιστική στρατηγική, πρέπει να έχει στο μυαλό του, την άμεση υλική πραγματικότητα, στην οποία θέλει να αντιπαρατεθεί και το κομβικό σημείο που εκδηλώνεται αυτή έμπρακτα. Να το κάνω πιο λιανά: για να μιλήσω με τους συναδέλφους μου στην δουλειά, θα τους ρωτήσω πρώτα απ’όλα για τα προβλήματα της καθημερινότητας τους (σχέσεις με συναδέλφους, με διεύθυνση, με άλλο προσωπικό, με ασθενείς, με ωράρια, με συνθήκες εργασίας, με τεχνικά μέσα) και όχι την άποψη τους για την μισθωτή εργασία γενικότερα, ή για την σχέση γιατρού-ασθενούς σε μια μελλοντική κοινωνία. Με τον ίδιο τρόπο για να μιλήσω για την «νέα γρίππη», δεν θα μιλήσω καταρχήν για πράγματα που για πολλούς μπορεί να μοιάζουν αφηρημένα («καθεστώς έκτακτης ανάγκης», «στρατιωτικοποίηση της δημόσιας υγείας»), αλλά γι’αυτό που τους καίει άμεσα, γι’αυτό το πρακτικό σημείο που εισβάλλει στην καθημερινή τους εμπειρία. Είπα: καταρχήν. Δεν εννοώ ότι δεν θα μιλήσω και γι’αυτά. Ή μάλλον με αφορμή τον εμβολιασμό θα μιλήσω και για τις συνθήκες έκτακτης ανάγκης.

Κι εδώ πάμε στα πιο βαθιά νερά που (πρέπει) κατά την γνώμη μου να κολυμπήσουμε. Για να κολυμπήσουμε όμως θα πρέπει να διαφωνήσουμε (κι εγώ και ο Μ. και όσοι ακόμα θέλουν να παλέψουν το ζήτημα) με αυτό που γράφει ο Μ.:

«Αυτό που είναι ολοφάνερο είναι ότι ο κυρίαρχος θεσμός περίθαλψης (στον οποίο οι περισσότεροι ούτως ή άλλως απευθύνονται) προτείνει μία λύση για ένα συγκεκριμένο πρόβλημα η οποία, παρά το ότι είναι προβληματική σε πολλά σημεία της, εμφανίζεται και ως η μοναδική» (η υπογράμμιση δική μου).

Καταρχήν πως εμφανίζεται ως μοναδική λύση, η λύση του εμβολιασμού, όταν παραπάνω έχει γραφτεί ότι: «Το ότι δημιουργείται καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, το ότι δημιουργείται αίσθημα ανασφάλειας και αίτημα ασφάλειας, ώστε να εμβολιαστούν κάποιοι που επ ουδενί δεν έχουν λόγο να εμβολιαστούν, δεν σημαίνει ότι κάποιοι άλλοι δεν θα ωφεληθούν. Ούτε βέβαια σημαίνει ότι θα ωφεληθούν». Δηλαδή «η λύση του εμβολιασμού εμφανίζεται ως μοναδική», παρόλο που δεν γνωρίζουμε αν θα ωφεληθούν ή όχι αυτοί που θα το κάνουν! Τότε συγνώμη γιατί να κάνουν το εμβόλιο, όλοι αυτοί που θα το κάνουν, αφού δεν ξέρουμε αν θα ωφεληθούν ή όχι;
Και εν πάσει περιπτώσει, όλη η επιχειρηματολογία κατά της θέσης μας, ως ΣΥΚ, ενάντια στον εμβολιασμό, την οποία παραθέτει ο Μ., κατά την γνώμη μου, δεν έχει κανένα νόημα, όταν φτάνοντας στο πρακτικό συμπέρασμα του «τι κάνουμε», η απάντηση είναι « σε όποιον με ρωτήσει, θα του πω και τα υπέρ και τα κατά για να αποφασίσει μόνος του» (με την εξαίρεση των ευπαθών ομάδων, που διαφαίνεται μια επικράτηση του υπέρ).
Συγγνώμη, εμείς οι υγειονομικοί της ΣΥΚ, και τα άλλα μέλη της Συνέλευσης που θα βρεθούν στην ίδια θέση, τι περιμένετε δηλαδή να πουν σε κάποιο που ζητάει την γνώμη τους: «Μην κάνετε το εμβόλιο και αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη της υγείας σας;» Όχι βέβαια. Διαφαίνεται κάτι τέτοιο στο κείμενο «Εμβολιασμός κλπ», ή στην προκήρυξη που στείλαμε; Αυτό που εμείς λέμε είναι «είμαστε ενάντια στον εμβολιασμό, δεν εμβολιαζόμαστε», με λίγα λόγια λέμε τι κάνουμε εμείς ως μέλη της Συνέλευσης στην βάση (κυρίως) πολιτικών επιχειρημάτων. Από κει και πέρα, προφανώς παροτρύνουμε τους υποψήφιους για εμβολιασμό να μην εμβολιαστούν στην βάση των ίδιων επιχειρημάτων και όχι εξατομικευμένα. Στον εξατομικευμένο υποψήφιο για εμβολιασμό, στον ασθενή που ζητάει την γνώμη μου, εγώ προσωπικά παραθέτω τα ίδια επιχειρήματα, του λέω ότι εγώ δεν εμβολιάζομαι και δεν ότι συνιστώ τον εμβολιασμό. Και καταλήγω: η απόφαση δική σου. Είτε ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου, είτε όχι (αν και ομολογώ ότι είμαι κάπως πιο διστακτικός με την τελευταία περίπτωση). Αντιφάσκει αυτό με το ότι γράφουμε στο κείμενα μας;
Ωστόσο επιμένω ότι και πάλι, παρά το κόστος που μπορεί να έχει μια τέτοια επιλογή, κόστος που δεν αναλογεί πράγματι στον μεμονωμένο υγειονομικό, δεν είναι αυτό το πιο σημαντικό.

Πιο σημαντικό θα ήταν κατά την γνώμη μου, να μπορέσουμε να καταδείξουμε σαν ανταγωνιστικά υποκείμενα που δουλεύουμε στο χώρο υγείας, ότι όχι μόνο δεν είναι μοναδική η λύση του εμβολιασμού, ακόμα κι αν ο κυρίαρχος θεσμός της περίθαλψης την εμφανίζει ως τέτοια, αλλά κι ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες λύσεις γι’αυτό το ζήτημα. Δηλαδή να συγκεκριμενοποιήσουμε σε ρητές και ξεκάθαρες πρακτικές, αυτό το, «τα όπλα αντιμετώπισης της «δεν είναι μπορεί να είναι οι μάσκες στο πρόσωπο και το πλύσιμο των χεριών..., αλλά η αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων που δημιουργούν τις συνθήκες ευπάθειας στις νόσους...». Κι αυτό στο σήμερα, όχι στο μακρυνό μέλλον.

Από την άλλη, με αφορμή τον εμβολιασμό για τη «νέα γρίππη» θεωρώ πολύ σημαντικό στο σήμερα, να θέσουμε όρους και περιορισμούς στην κυριαρχία του φαρμακευτικού κεφαλαίου, επειδή ούτως ή άλλως τα προϊόντα του, τα χρησιμοποιούμε καθημερινά, εμείς -ειδικά- οι κωπηλάτες στην γαλέρα της περίθαλψης. Δηλαδή π.χ. θα μπορούσαμε να πιέζαμε την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, χωρίς καμία ψευδαίσθηση για το ρόλο της, να πάρει θέση πάνω στα ζητήματα ελέγχου, δημοσιοποίησης των διαδικασιών κλπ εγκρίσεων νέων φαρμάκων, καταρτισμού της λίστας φαρμάκων, κλπ, όπως την πιέζαμε πριν μερικά χρόνια να πάρει θέση απέναντι στον αγώνα στο Ζαγκλιβέρι, ή απέναντι στο ζήτημα του ρεπό μετά εφημερία των αγροτικών, πράγματα για τα οποία οι συνάδελφοι/ σύντροφοι health workers, έχουν να μας πουν περισσότερα απ’ ότι εγώ. Να ανοίξει με αφορμή το ζήτημα του εμβολιασμού, επιτέλους τόσο μια συζήτηση για το ρόλο του φαρμακευτικού κεφαλαίου, όσο και άλλο ένα μέτωπο στον εμφύλιο πόλεμο μέσα στον κλάδο των υγειονομικών, σε σχέση με τα πολλά πλοκάμια του ιατροφαρμακευτικού συμπλέγματος σε όλη την κλίμακα της πυραμίδας. Να μιλήσει επιτέλους κάποιος για το ρόλο των γιατρών, όλων των βαθμίδων με τρόπο ταξικό και άγριο: όσοι έχουν σχέση με φαρμακευτικές εταιρίες είναι ταξικοί μας εχθροί. Ορθά-κοφτά. Για να πάψει να είναι κι αυτό το ζήτημα λίγο πολύ ηθικό και να γίνει πολιτικό, στο βαθμό βέβαια που δεν κρύβεται κάτω από το χαλί (δηλαδή σε πολύ μικρό βαθμό: κάτω από το χαλί κρύβεται στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων).
Κι αυτή είναι μόνο μια πρακτική πρόταση στο ζήτημα που συζητάμε, υπάρχουν σίγουρα πολλές περισσότερες.
Αυτός ο διάλογος θα αποκτήσει πολύ πιο βαθύ νόημα κατά την γνώμη μου, αν μας δώσει την ευκαιρία να σκεφτούμε και να προβληματιστούμε συλλογικά πάνω σ’αυτό το ζήτημα.


Hobo

1. Στην ιστοσελίδα: medconsumers.files.wordpress.com/2009/09/who_pandemic_sept_2_2009.pdf
2.
Οι σχετικές πληροφορίες από άρθρο της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας της 28/11/2009, με τίτλο: «Εμβόλιο: Παιχνίδια συμφερόντων πίσω από τις πλάτες μας», όπου υπάρχουν παραπομπές στις επίσημες ιστοσελίδες του ΠΟΥ για όλα τα παραπάνω στοιχεία.
3.
Ξανακοιτάζοντας το γραπτό αυτό, σήμερα 14/12 οι θάνατοι που αποδίδονται στην «νέα γρίππη» είναι 36. Με βάση τον πληθυσμό της Ελλάδας, την θνητότητα της νόσου και το γεγονός ότι στην Αυστραλία (με πληθυσμό 22 εκατομμύρια κατοίκους) το «πανδημικό κύμα» είχε σαν αποτέλεσμα 136 θανάτους, μπορώ να υποθέσω ότι οι θάνατοι που θα αποδοθούν στη νόσο, δεν θα ξεπεράσουν στην Ελλάδα τους 100. Φυσικά αυτή η εκτίμηση μπορεί να είναι αυθαίρετη, δεν διεκδικώ δάφνες επιστημονικότητας γι’αυτήν.
4.
Θα μπορούσα να γράψω άπειρα πράγματα πάνω σε επιμέρους διαφωνίες ισχυρισμών του Μάνου, δεν θέλω όμως να επεκταθώ, όπως είπα και στην αρχή. Δεν γίνεται όμως να μην πω δύο πραγματάκια για το εμπόρευμα-ασφάλεια. To εμπόρευμα-ασφάλεια δεν είναι μια πολιτική της κυριαρχίας. Το εμπόρευμα-ασφάλεια είναι –κατά την γνώμη μου- ένα από τα κεντρικά διακυβεύματα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» (αυτός συνιστά την πολιτική της κυριαρχίας), που σαν τέτοιος έχει πολλά άλλα διακυβεύματα, ίσως εξίσου ή ακόμα και πιο σοβαρά: π.χ την κατασκευή κρατών-τρομοκρατών (με στόχο την επέκταση μιας συγκεκριμένης κεφαλαιακής σχέσης στην μέση ανατολή που θα βάζει στο επίκεντρο της τόσο την αρπαγή του ενεργειακού πλούτου της, όσο και τον αναπροσανατολισμό των ντόπιων αγορών προς τα «ιμπεριαλιστικά» κεφάλαια), την αναγωγή πολιτισμών σε «υποδεέστερους» (με στόχο την ιδεολογική απαξίωση του μουσουλμανικού κόσμου, δηλαδή την ιδεολογική βάση της νέας «αποικιοκρατίας», αλλά και τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών εργασίας), την διάχυση του φόβου μέσα στις δυτικές μητροπόλεις με στόχο την ενίσχυση του κράτους της ασφάλειας δηλαδή της πειθάρχησης των εκμεταλλευόμενων στις νέες ρυθμίσεις που προωθούνται στην εργασία, στην ασφάλιση, στην υγεία, κλπ, κλπ





Α(Η1Ν1)v Negative

«Για την προστασία σας από τον ιό της νέας γρίπης όπως διατηρείτε τα παράθυρα ανοικτά για επαρκή αερισμό»

Θα θέλαμε πρώτα από όλα να πούμε πως ως συνέλευση που ασχολείται με θέματα υγείας μας χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός πως, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει συνήθως, οι απόψεις μας πάνω σε ένα θέμα όπως αυτό της «γρίπης των χοίρων», που τον τελευταίο καιρό έχει αναδειχτεί σε μείζον ζήτημα, υποχρεώνοντάς μας να πάρουμε θέση απέναντί του και να το αντιμετωπίσουμε πρακτικά, τυγχάνουν συζήτησης και προβληματισμού και από άλλους συντρόφους. Γιατί όπως έχουμε πει θεωρούμε πολύ σημαντικό την πολιτική θέση που επιλέγει να πάρει κάποιος να τη συζητά όσο πιο συλλογικά και αναλυτικά μπορεί από πριν και, κυρίως, να προσβλέπει στο να συνδέει τη θέση αυτή με τα ζητήματα και τα προβλήματα που προκύπτουν στην καθημερινότητά του. Με την έννοια αυτή, είδαμε την επιστολή «Α(Η1Ν1)v Positive (38 κι οχτώ, 39 κι εννιά…)» ως μια καλή αφορμή για διάλογο –όχι βέβαια, τόσο για τη χαρά του διαλόγου αυτού καθ’ αυτού–, αλλά και ως προσπάθεια προχωρήματος μπροστά της ανταγωνιστικής άποψης γενικά και της άποψής μας ειδικότερα, καθώς και ελέγχου της: κατά πόσο δηλαδή αυτά που προσπαθούμε να πούμε γίνονται όσο θα θέλαμε κατανοητά και κατά πόσο απαντάνε στις ανάγκες, τις επιθυμίες, τα προβλήματα και τα ζητήματα ανθρώπων έξω από τη διαδικασία.

Δυστυχώς όμως, αν και θα το θέλαμε, δεν μπορέσαμε λόγω δικών μας δυσκολιών ως νεοσύστατη συνέλευση, αλλά και ως διαδικασία που ακόμα ψάχνεται και αναζητά τον προσανατολισμό της, να απαντήσουμε συλλογικά (πλην του συντρόφου Ηοbo, που έχει ήδη απαντήσει με το κείμενο: Worst case scenario) όσο έγκαιρα θα θέλαμε στα ζητήματα που θέτει πρωτίστως ο σύντροφος Μ. με το κείμενό του, αλλά και οι σύντροφοι που πιθανά να συμμερίζονται τους προβληματισμούς αυτούς. Παρόλο επίσης, που το κείμενο του συντρόφου Μ. συζητήθηκε σε δυο συνελεύσεις, ωστόσο λόγω πάλι δικών μας αδυναμιών, δεν είμαστε σε θέση να αναλύσουμε διεξοδικά όλα τα σημεία τα οποία θίγει το εν λόγω κείμενο, παρά μόνο όσα συζητήθηκαν περισσότερο στη διαδικασία μας και εκείνα τα οποία τράβηξαν την προσοχή των περισσοτέρων μας. Παρόλα αυτά, προσπαθούμε στις λίγες αυτές γραμμές να είμαστε κατανοητοί, σαφείς αλλά και περιεκτικοί. Εξάλλου, δεν έχουμε πρόβλημα να αναφέρουμε πως υπάρχουν ζητήματα τα οποία θίγει το κείμενο του σ. Μ. τα οποία ως διαδικασία, αλλά και ατομικά απασχολούν κι εμάς και τα οποία δεν έχουμε καταλήξει στις μεταξύ μας συζητήσεις. Με όλα αυτά κατά νου λοιπόν, επικεντρώνουμε σε ορισμένα σημεία του κειμένου τα οποία θεωρήσαμε ως κεντρικά.

Το πρώτο βασικό σημείο αφορά το ζήτημα της πανδημίας. Νομίζουμε στο σημείο αυτό υπάρχει μια μεγάλη παρανόηση θεωρώντας πως «Η ΣΥΚ (απ’ ό,τι καταλαβαίνω) δεν αμφισβητεί το ότι πάμε για πανδημία». Αντίθετα όμως, σε αυτά που γράφουμε πουθενά δεν αναφέρουμε πως «πάμε για πανδημία», ούτε κάνουμε λόγο για σοβαρό ενδεχόμενο ξεσπάσματος πανδημίας, ούτε προβαίνουμε σε προβλέψεις και υποθετικές συζητήσεις για το τι θα γίνει σε περίπτωση πανδημίας. Μάλλον, το σημείο αυτό που είναι πολύ κεντρικό γιατί από εκεί και έπειτα ξεκινά μια κριτική που δεν αφορά το καθ’ αυτό κείμενό μας, δεν έχει κατανοηθεί επαρκώς. Για να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν τα πράγματα να πούμε πως σκοπός μας δεν είναι καν να μπούμε σε μια συζήτηση πάνω στο πώς ορίζεται μια πανδημία (που, ειρήσθω εν παρόδω, να θυμίσουμε πως ο ίδιος ΠΟΥ άλλαξε τον «αντικειμενικό του» ορισμό της πανδημίας πολύ πρόσφατα!!). Και όταν λέμε σκοπός μας εννοούμε και πολιτικός μας στόχος ξεκινώντας το κείμενο όπως το ξεκινάμε.

Πολύ απλά στο πρώτο μέρος του κειμένου προσπαθούμε να ανακατασκευάσουμε σε επίπεδο παραστάσεων του πώς μια νόσος (θεωρείται πως) έχει προσλάβει ένα σωρό από χαρακτηριστικά και ιδιότητες (τολμούμε να πούμε), τα οποία δεν αφορούν ούτε περιορίζονται στην ίδια τη νόσο stricto sensu, αλλά έχουν να κάνουν πρώτα και κύρια με την κοινωνική και πολιτική κατάσταση μέσα στην οποία ζούμε. Για αυτό μιλάμε για «κοινωνική κατασκευή της νόσου», ένας όρος που ίσως εύλογα να δυσκολεύει και πιθανά να συγχέεται (εντελώς όμως λανθασμένα) με μια «ιδεολογική κατασκευή της πραγματικότητας», ένα απλό ψέμα των αφεντικών ή ακόμα και με τη συνομωσιολογία… Νομίζουμε πως από εδώ ξεκινά το όλο πρόβλημα γιατί δεν κατανοείται επαρκώς τι σημαίνει μια «κοινωνική κατασκευή». Πολύ συνοπτικά λοιπόν, ο όρος κοινωνική κατασκευή έχει χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά από τους σοσιαλιστές κατά τον 19ο αιώνα με σκοπό να αμφισβητήσουν τις ουσιοκρατικές και ατομικιστικές αντιλήψεις της εποχής τους οι οποίες απέδιδαν τα πάντα στον κοινωνικό κόσμο στη θεϊκή βούληση, τις αναλλοίωτες ιδιότητες των πραγμάτων και τον ατομικό/ηρωικό παράγοντα των μεγάλων προσωπικοτήτων (π.χ. Βασιλιάδες). Μιλώντας για «κοινωνική κατασκευή» εννοούσαν πως τα κοινωνικά φαινόμενα συμβαίνουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό πλαίσιο και πως άρα 1) δεν είναι αναλλοίωτα 2) για να τα κατανοήσουμε πρέπει να αποκαταστήσουμε/ανακατασκευάσουμε το κοινωνικό αυτό πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνουν, το οποίο όμως στις σύγχρονες κοινωνίες εμφανίζεται ως δεδομένο και ως κάτι έξω από τη συνείδηση των ανθρώπων (π.χ. στις σύγχρονες κοινωνίες όταν κατασκευαστεί ένας θεσμός αποκτά μια αντικειμενικότητα και εμφανίζεται σα να υπήρχε από πάντα και κυρίως σα να είναι κάτι που βρίσκεται έξω από τις κοινωνικές σχέσεις). Για αυτό και το να λες ότι ένας θεσμός είναι μια κοινωνική κατασκευή σημαίνει να ρωτάς πάνω στους όρους της παραγωγής του. Πώς δημιουργείται π.χ. κάτι μέσα στην ιστορία ως αποτέλεσμα σύγκρουσης αντιτιθέμενων σχέσεων και αντιλήψεων, ως αποτέλεσμα κοινωνικού και ταξικού ανταγωνισμού. Αυτά πολύ χονδρικά περί ορισμού. (Παρόλο που στο ΥΓ2. αναφέρεται πως συμφωνεί ο σ. Μ. με τον όρο παρόλα αυτά δεν είμαστε σίγουροι αν έχει κατανοηθεί, ή αν εννοεί κάτι άλλο).

Νομίζουμε λοιπόν πως γίνεται φανερό πως όταν μιλάμε για «κοινωνική κατασκευή της νόσου» δεν αναφερόμαστε σε ένα απλό ψέμα που απλώς μένει να απορριφθεί στη βάση των «σωστών» δεδομένων, αλλά σε κάτι ευρύτερο: στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται μια νόσος. Λέμε: πώς. Δε μας απασχολεί δηλαδή αν όντως θα νοσήσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, ούτε ποια είναι η «αλήθεια» και το «ψέμα» με τους τυπικούς όρους της αντικειμενίστικης λογικής που μιλάνε οι φορείς των επίσημων θεσμών. Με αυτήν την έννοια επίσης, το αν τα αφεντικά είναι πλιατσικολόγοι ή ηθικολόγοι δεν έχει νόημα, ούτε νόημα έχει το αν ενδιαφέρονται για το «κοινό καλό». (Αλήθεια, σε ποια πολιτική θέση μπορεί να οδηγηθεί κάποιος, όπως συμβαίνει στο «δημόσιο διάλογο», που κατηγορεί κάποιον ως διεφθαρμένο ή ανάξιο, ανίκανο κτλ.; Προσοχή δε λέμε ότι το κείμενο του σ. Μ. εννοεί κάτι τέτοιο). Πραγματικά αυτό δεν είναι το θέμα. Εμείς περιοριζόμαστε στο κείμενο στο πώς κάτι αποτελεί ευκαιρία για να εμπεδωθεί ένα κλίμα φόβου και τρομοκρατίας όχι από κάποιους «σκοτεινούς εγκεφάλους που απεργάζονται το μέλλον αυτού του κόσμου», αλλά ως μέρος του πολέμου κατά της τρομοκρατίας που είναι η άλλη όψη της όξυνσης του ταξικού πολέμου από την πλευρά των αφεντικών. Για αυτό υποστηρίζουμε ότι μέσω της γρίπης αυτής δοκιμάζονται «νέου τύπου κοινωνικές συμπεριφορές», για αυτό επίσης πως δεν είναι μια απλή αφηρημένη ιδέα που πετάει στον αέρα, αλλά που έχει χρηστική/υλική αξία για τις τάξεις των κυρίαρχων (Βλ. κέρδη φαρμακοβιομηχανιών, την απαγόρευση των πορειών στο Μεξικό, το νόμο προώθησης της flexicurity που ψήφισε το γαλλικό κοινοβούλιο). Κάτι που είναι πολλαπλά πιο σημαντικό από το «επιστημονίστικο» κομμάτι της φιλολογίας γύρω από τη νέα γρίπη και για το εάν πρόκειται ή όχι για πανδημία ή για το αν πρόκειται να νοσήσει το μισό μέρος του πληθυσμού. Ποιο είναι λοιπόν το συμπέρασμα που μας αφορά ως διαδικασία: ότι ο στόχος μιας τέτοιας κατασκευής είναι πολιτικός.

Από εδώ πάμε στο δεύτερο σημείο που έχει να κάνει με τον αντικειμενισμό της λογικής που παρατίθεται στο κείμενο του σ. Μ. όσον αφορά ότι επίκειται πανδημία. Η λογική αυτή παίρνει ως δεδομένο κάτι για το οποίο, το σημαντικό δεν είναι αν θα γίνει ή δε θα γίνει (επικείμενη πανδημία), αλλά ότι έχει κατασκευαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτήσει συγκεκριμένη αξία χρήσης για τα αφεντικά σήμερα, ένα λειτουργικό ρόλο για τα πολιτικά και γεωστρατηγικά τους παιχνίδια, αλλά και την καθεστηκυία τάξη γενικότερα. Με άλλα λόγια, όλο το κείμενο του σ. Μ. βασίζεται στην απλή παραδοχή πως «επίκειται πανδημία» στη βάση αντικειμενικών στοιχείων. Παρόλα αυτά, ξαναλέμε πως αυτό δε μας αφορά δεν είναι αν αντικειμενικά/ορθολογικά όπως λένε οι ιδεολογικοί φορείς των επίσημων θεσμών πάμε για πανδημία. Θα ήταν αφελές ως πολιτικό επιχείρημα να βασίσουμε μια πολιτική θέση σε προβλέψεις για το μέλλον, σε πιθανολογίες και καταστροφολογίες.

Ένα τρίτο σημείο στο κείμενο του σ. Μ. αφορά το ζήτημα του τι να κάνουμε απέναντι στη Νέα Γρίπη. Και στο σημείο αυτό θεωρούμε πως δεν κατανοούνται σωστά αυτά που λέμε. Στο τελευταίο κομμάτι του κειμένου μας εξηγούμε το πολιτικό μας σκεπτικό και τη στάση μας, λέμε τι κάνουμε εμείς για εμάς με το εμβόλιο, με δεδομένο πως ένα τόσο κεντρικό ζήτημα δεν μπορεί να απαντηθεί ούτε ατομικά ούτε μειοψηφικά, αλλά να κοινωνικοποιηθεί μια γνώση που έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα που παίζονται γύρω (και από αυτό) το θέμα αυτό. Καλούμε επίσης τον κόσμο στον οποίο μοιράζουμε το κείμενο με βάση το πολιτικό σκεπτικό που παραθέτουμε στο κείμενο και το ψάξιμο που έχουμε κάνει να πάρει ανάλογη θέση, και προφανώς δεν έχουμε σκοπό να μπούμε σε προσωπική/ατομική αντιπαράθεση με όποιον δε συμφωνεί μαζί μας. Από εκεί και έπειτα, και το λέμε αυτό από την εμπειρία μας με την επαφή με τον κόσμο και τους ασθενείς, ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη στάση που θα πάρει και για τις συνέπειες αυτής της στάσης. Επομένως, δεν έχουμε να κατηγορήσουμε κανέναν ατομικά για το ότι επιλέγει να κάνει το εμβόλιο, γιατί αυτό πολιτικά για εμάς δεν είναι το θέμα.

Αυτό μας φέρνει, και συνδέεται άρρηκτα, με το τελευταίο σημείο του κειμένου του σ. Μ. που θεωρεί πως «[δ]εν υπάρχουν δικά μας στοιχεία, δικές μας πηγές που να μπορούμε να επικαλεστούμε για δεδομένα τέτοιας κλίμακας. Μόνον υποθέσεις και ερμηνείες των δεδομένων των αφεντικών με βάση ερμηνευτικά σχήματα που πηγάζουν από τις ευρύτερες πολιτικές αντιλήψεις του καθενός, ή από την ερμηνεία του για την περίοδο». Η άποψη αυτή υποστηρίζει πως επειδή: «δεν μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε τι συμβαίνει σε παγκόσμιο επίπεδο για αυτό και δεν μπορούμε να πάρουμε ξεκάθαρη θέση απέναντι στο ζήτημα». Η άποψη αυτή είναι συνέπεια της αντικειμενίστικης λογικής που λέγαμε παραπάνω που ουσιαστικά θεωρεί πως υπάρχουν κάποια αντικειμενικά στοιχεία που κατέχουν οι επίσημοι οργανισμοί για τα οποία εμείς δεν έχουμε να πούμε απολύτως τίποτα παρά μόνο να μιλάμε υποθετικά και ασαφώς, από τη στιγμή που αυτοί κατέχουν το μονοπώλιο της νόμιμης γνώσης. Ουσιαστικά, αν ίσχυε κάτι τέτοιο τότε αναγκαστικά δε θα έπρεπε να έχουμε σοβαρή πολιτική άποψη για τίποτα μιας και για κανένα σοβαρό θέμα δεν έχουμε «πραγματικά στοιχεία». Δεν έχουμε στοιχεία για το πόσοι μετανάστες πεθαίνουν καθημερινά στο Αιγαίο, δεν έχουμε στοιχεία για τους βασανισμούς μεταναστών στα Α.Τ. (μεμονωμένα περιστατικά λένε οι θεσμικοί φορείς!), δεν έχουμε στοιχεία για τα εργατικά ατυχήματα και τις συνθήκες εργασίας σε ένα σωρό χώρους δουλειάς, δεν έχουμε στοιχεία για άπειρα ζητήματα. Αυτό όμως δεν είναι το ζήτημα γιατί ένα πολιτικό σκεπτικό δεν περιορίζεται στην παράθεση στοιχείων, αλλά είναι ευρύτερο και περιλαμβάνει ένα πολύ κεντρικό ζήτημα αυτό των αξιών, των πολιτικών αξιών οι οποίες δεν αποδεικνύονται με στοιχεία. Υπάρχουν δηλαδή ζητήματα όπως οι μορφές αντικειμενοποιημένης βίας ενός ολόκληρου μηχανισμού ή ενός οικονομικού συστήματος τα οποία δεν μπορούν καν να μετρηθούν ή να ποσοτικοποιηθούν, όπως ακριβώς και η εκμετάλλευση, η οποία δεν μπορεί να μετρηθεί σε ποσοστά. Τι σημαίνει τώρα αυτό ότι δεν υπάρχει εκμετάλλευση; Προφανώς και όχι. (Θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε και άλλο και να ρωτήσουμε τι στα αλήθεια είναι ένα στοιχείο; Και δε ρωτάμε φιλοσοφικά. Όμως το ζήτημα αυτό είναι κεντρικό όταν ο ορισμός της πανδημίας από τον ίδιο τον ΠΟΥ άλλαξε πρόσφατα για να συμπεριλάβει τον ιό της νέας γρίπης!!!) Εκείνο που πρωτίστως κάνει το κείμενό μας δεν είναι να μείνει στα στοιχεία πάνω στο ποιο τμήμα του πληθυσμού επίκειται να νοσήσει, γιατί σκοπός είναι άλλος: να αναλυθεί το πολιτικό σκεπτικό που κρύβεται πίσω από τη διαχείριση ενός ιού όπως ο Η1Ν1, ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζεται ο φόβος στη σημερινή κοινωνική συγκυρία και τα συμφέροντα που παίζονται. Ειδικά δε τώρα που έχει κατακάτσει ο κουρνιαχτός από την υστερία για την «επικείμενη πανδημία» αν κάτι μπορούμε να πούμε είναι πως τελικά όλοι αυτοί (ΠΟΥ, Κυβερνήσεις, Κράτη, κτλ) δεν «έχουν τέτοιας εμβέλειας στοιχεία που να τους επιτρέπουν να κάνουν σχετικά ασφαλείς προβλέψεις […]», όπως λάθος πίστευε το κείμενο του σ. Μ. Το πολιτικό ζήτημα λοιπόν, δεν είναι ότι «δεν έχουμε στοιχεία» για κάτι που ούτως ή άλλως «δεν έχουν ούτε αυτοί»!

Τέλος, υπάρχει και κάτι τελευταίο που ως Συνέλευση συνολικά νιώσαμε να μας θίγει ιδιαιτέρως και το οποίο διαστρεβλώνει εντελώς ό,τι προσπαθούμε να πούμε, φέρνοντάς μας σε θέση απολογίας για κάτι που ποτέ ούτε ρητά ούτε μη-ρητά είπαμε ή αφήσαμε να εννοηθεί με οποιοδήποτε τρόπο: «Καταλαβαίνετε βέβαια ότι αν αποδειχτεί ότι τα αφεντικά έχουν δίκιο τότε τα πράγματα θα είναι όντως δύσκολα. Κυρίως για αυτούς που θα αρρωστήσουν αλλά και για αυτούς που θα έχουν πει ότι: […]. Ότι δημιουργείται καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, αίσθημα ανασφάλειας και αίτημα για ασφάλεια μέσω της υπερβολής να τα πούμε. Όχι όμως ότι δεν τρέχει τίποτα! Ακόμα και γιατί κάποτε θα τρέχει και θα πρέπει να έχουμε απάντηση. Και δεν είναι λίγα αυτά που έχουμε να πούμε για το πώς και με τι στόχους αντιμετωπίζεται μια σοβαρή πανδημία». Έστω κι αν παρακάμψουμε το ύφος του κειμένου, παραμένει το γεγονός πως εγκαλούμαστε και κατηγορούμαστε ότι δήθεν κινδυνολογούμε και ότι δήθεν σπείρουμε τον τρόμο απέναντι στα όσα αδιαμφισβήτητα πρόκειται να επέλθουν. Πώς όμως να μιλήσεις για κάτι τέτοιο χωρίς έστω και να οικειοποιηθείς αντίπαλες θέσεις; Αν έστω διαβάσει κανείς προσεκτικά και, κυρίως, χωρίς να προβάλλει δικές του εικόνες και μένοντας πιστός στο πνεύμα και το γράμμα του κειμένου θα διαπιστώσει πως πουθενά δε λέμε, ούτε σε καμιά περίπτωση υπονοεί οποιαδήποτε πρότασή μας οτιδήποτε τέτοιο. Κρίνουμε πως υπάρχει πρόβλημα για ακόμα μια φορά κατανόησης όχι μόνο αυτών που λέμε, αλλά και των ευρύτερων πολιτικών μας στοχεύσεων (και προθέσεων).

Σε κάθε περίπτωση, θέλουμε να πιστεύουμε πως μέσα από τα σημεία αυτά γίνονται περισσότερο κατανοητές οι θέσεις μας, ξεκαθαρίζοντας τα σημεία που προκαλούν παρερμηνείες, διαστρεβλώσεις και λάθος αναγνώσεις πάνω στους σκοπούς μας. Ξαναλέμε πως θεωρούμε πολύ σημαντικό το διάλογο που ανοίγεται έστω κι αν δεν μπορούμε να είμαστε όσο αναλυτικοί θέλαμε.

Συντροφικούς χαιρετισμούς,

ΣΥΚ

Αθήνα, 09*01*10











Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Περίπτωση Διαλόγου

Όπως γράψαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, με αφορμή το κείμενο "Εμβολιασμός για τη νέα γρίππη και ανταγωνιστικό κίνημα" της Συνέλευσης Υψηλού Κινδύνου, έχει αρχίσει να αναπτύσσεται ένας διάλογος, που φιλοδοξούμε να τον εμπλουτίσει περαιτέρω η ηλεκτρονική δημοσίευση των πρώτων τμημάτων του. Παρακάτω δημοσιεύουμε την συμβολή του συντρόφου Μ. (μέλους της ομάδας υγειονομικών health workers, που δραστηριοποιείται στην Θεσσαλονίκη) σε αυτό το διάλογο. Θα ακολουθήσει αργότερα η δημοσίευση 2 κειμένων της δικής μας διαδικασίας, που προσπαθούν να απαντήσουν στα ζητήματα που βάζει ο Μ.



Α(Η1Ν1)ν positive

(38 κι οκτώ, 39 κι εννιά…)


Υπό την επήρεια υψηλών θερμοκρασιών, θα αποπειραθώ να απαντήσω στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται στο κείμενο με τίτλο: «Εμβολιασμός για τη «νέα» γρίπη και ανταγωνιστικό κίνημα» της «Συνέλευσης Υψηλού Κινδύνου».

Εκτός του ότι η ΣΥΚ αναζητά τον κριτικό σχολιασμό, το συγκεκριμένο κείμενο, καθώς συγκεντρώνει θα έλεγα όλη την επιχειρηματολογία ενός ρεύματος και μιας συζήτησης ενάντια στον εμβολιασμό για τη νέα γρίπη και μάλιστα με επιχειρήματα και από την οπτική του ανταγωνιστικού κινήματος, αποτελεί επιπλέον μια αφορμή για εμένα να πω τα δυο λόγια που θέλω και που από καιρό λέμε ότι θα συζητήσουμε και μέσα στους «Εργαζόμενους και Εργαζόμενες στη Βιομηχανία της Υγείας».

Θα ξεκινήσω με μια περίληψη της επιχειρηματολογίας και του σκεπτικού όπως το κατάλαβα, ώστε στη συνέχεια να γίνει κατανοητό και στο τι απαντάω (σε περίπτωση που κατάλαβα άλλο από αυτό που εννοεί η Συνέλευση). Μας λέει λοιπόν η Συνέλευση ότι ουσιαστικά:

«…Το νέο αυτό παράδειγμα των τριών νόσων (η γρίπη των «χοίρων», η πνευμονία του SARS και η γρίπη των πτηνών) αποτελεί την επέκταση του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» στο πεδίο της υγείας. Σαν κεντρικό στοιχείο αυτού του πολέμου αναδείχτηκε το ζήτημα της ασφάλειας, όπως είχε αναδειχτεί από τα δυτικά κράτη το ζήτημα της κομμουνιστικής απειλής σαν κεντρικό στοιχείο του «ψυχρού πολέμου».

Το εμπόρευμα-ασφάλεια, η απόσπαση δηλαδή κέρδους από την εκμετάλλευση των φόβων που κατασκευάζονται από τα αφεντικά γι’αυτό το σκοπό, είναι ένα από τα κεντρικά διακυβεύματα αυτού του πολέμου.»

Αμέσως παρακάτω:

«…Μια νόσος που υπό άλλες συνθήκες το πολύ που θα απασχολούσε θα ήταν τα επιστημονικά περιοδικά της ιατρικής κοινότητας θα γίνει κάτι παραπάνω από μια απλή νόσο: θα γίνει απειλή, θα γίνει θανατηφόρος ιός, θα γίνει συνθήκη έκτακτης ανάγκης. Θα γίνει μείζων πρόβλημα δημόσιας υγείας για τον παγκόσμιο πληθυσμό. Κι όλα αυτά γιατί; Για να στηθεί μια επιχείρηση απόσπασης κέρδους που χρησιμοποιεί ως καύσιμο το φόβο. Όχημα αυτής της επιχείρησης θα είναι το εμβόλιο.»

Και τέλος:

«…Πέρα από αυτό όμως, εμείς αντιμαχόμαστε τον εμβολιασμό, πρωτίστως με πολιτικά επιχειρήματα. Και μάλιστα με πολιτικά επιχειρήματα στην βάση της συλλογικής εναντίωσης απέναντι στον εμβολιασμό, όχι στην βάση του δικαιώματος της ατομικής επιλογής, Με αυτή την έννοια δεν είμαστε απλώς ενάντια στον μαζικό εμβολιασμό για την «νέα» γρίππη υπερασπιζόμενοι μια ανάπηρη κατ’ουσίαν ελευθερία επιλογής · είμαστε συνολικά ενάντια στον εμβολιασμό στην βάση της συλλογικής άρνησης και της αντίστασης στα σχέδια του κράτους και του κεφαλαίου.

Είμαστε ενάντια στον εμβολιασμό επειδή αρνούμαστε να γίνουμε οι πελάτες του εμπορεύματος ασφάλεια και να ορκιστούμε πίστη στο κράτος του τρόμου. Απέναντι σε μια νόσο κατασκευασμένη για να αποφέρει κέρδος για τα αφεντικά και να επιβάλλει την πειθάρχηση στις επιταγές του κράτους, η μόνη δυνατή απάντηση μας είναι η αποκάλυψη της αλήθειας μας και η ριζική αντιπαράθεση με την πολιτική τους. Αρνούμαστε να γίνουμε τα πειραματόζωα του φαρμακευτικού κεφαλαίου και της τεχνοεπιστημονικής κυριαρχίας .

Είμαστε ενάντια στον εμβολιασμό επειδή ακόμα και στην οριακή περίπτωση της μαζικής διάδοσης της «νέας» γρίπης, τα όπλα αντιμετώπισης της δεν μπορεί να είναι εμβόλια και φάρμακα, ούτε απλά πλύσιμο χεριών και μάσκες στο πρόσωπο. Τα πραγματικά όπλα αντιμετώπισης της είναι η αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων που στην βάση της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας, δημιουργούν τις συνθήκες ευπάθειας σε νόσους, ή στην χειρότερη περίπτωση κατασκευάζουν νέες νόσους προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους ίδιους πάντα σκοπούς: το κέρδος για τους λίγους, την μιζέρια για τους πολλούς.»

κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και αίτημα για ασφάλεια

Το πρώτο που με προβληματίζει είναι το γιατί θα πρέπει να προσδιορίσουμε την πολιτική της κυριαρχίας γύρω από το «αίτημα για ασφάλεια» ως «εμπόρευμα». Νομίζω ότι, όπως και ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, ο αντικομουνισμός η ισλαμοφοβία κα, δεν είναι εμπορεύματα, αλλά πτυχές/όψεις της κυριαρχίας. Δεν έχουν δηλαδή ως άμεσο και αποκλειστικό στόχο το υλικό κέρδος (χωρίς βέβαια αυτό να αποκλείεται, κάθε άλλο μάλιστα), παρά την αναπαραγωγή της κυριαρχίας σε άλλοτε άλλο επίπεδο (επαναλαμβάνω: και σε υλικό επίπεδο). Επειδή όμως δεν ενδιαφέρομαι για μια τέτοιου είδους αντιπαράθεση, θα υιοθετήσω αυτήν την διαλεκτική και θα προσπαθήσω να επιχειρηματολογήσω μέσα σε αυτά τα πλαίσια.

Θα συμφωνήσω σε γενικές γραμμές με την επιχειρηματολογία γύρω από «Το παράδειγμα της «νέας» γρίπης σαν επέκταση του «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία» στο πεδίο της υγείας,», οπότε επίσης δε θα σταθώ εκεί, αν και πιθανά να μην έχουμε την ίδια άποψη για τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία». Η ΝΓ έχει όλα τα χαρακτηριστικά για τη δημιουργία καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης. Είναι κάτι σαν τον «ισλαμιστή βομβιστή που αυτοεκρήγνυται»: κυκλοφορεί ανάμεσά μας, μεταδίδεται χωρίς να τον πάρουμε χαμπάρι (τουλάχιστον μία ημέρα πριν τον ανακαλύψουμε), χτυπάει παιδιά και άμαχους, εμφανίζεται εκεί που δεν τον περιμένεις, σκοτώνει (εντάξει όχι τόσους πολλούς όσους φημολογείται αλλά μήπως αυτοί που ανατινάσσονται σκοτώνουν πολλούς περισσότερους;), και επίσης εκκολάπτεται σε φτωχές χώρες ή/και φτωχογειτονιές, χρειάζεται συλλογική αντιμετώπιση καθώς δεν αφορά μόνο τον καθένα ατομικά...

Αυτό που με βρίσκει αντίθετο είναι η εκτίμηση της σοβαρότητας του ενδεχόμενου εμφάνισης πανδημίας. Τόσο όσον αφορά στην πιθανότητα εμφάνισης πανδημίας, όσο και την πιθανή βαρύτητά της. Το ότι υπάρχει μία προσπάθεια από την πλευρά των αφεντικών να δημιουργηθεί μια «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», ώστε να οξυνθεί το «αίτημα για ασφάλεια» και να στραφούν οι κοινωνίες προς τα κράτη (και τους αντίστοιχους θεσμούς βέβαια) «σωτήρες» (όπως πολύ καλά είδαμε να γίνεται σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις που πολύ καλά περιγράφει η ΣΥΚ) δε θα πρέπει να μας κάνει να υποεκτιμήσουμε την πιθανότητα να εμφανιστεί μία πανδημία και μάλιστα σοβαρή. Τουλάχιστον δεν θα πρέπει να μας κάνει να το παρακάμψουμε στην απάντησή μας.

πανδημία ή παραμύθια;

Η πρόβλεψη για την επερχόμενη πανδημία αφορά σε δύο επίπεδα: 1) ότι πάμε για πανδημία (επιδημία με παγκόσμια εξάπλωση που προκαλείται από έναν καινούριο ιό που προσβάλλει ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που δεν έχει ανοσία) και 2) ότι πάμε για πανδημία με πολλούς θανάτους και ακόμα πιο πολλούς βαριά αρρώστους.

Η ΣΥΚ (απ’ ό,τι καταλαβαίνω) δεν αμφισβητεί το ότι πάμε για πανδημία. Παρόλα αυτά θα σταθούμε μια στιγμή γιατί δεν είναι λίγοι αυτοί που, πολύ εύκολα και χωρίς στοιχεία, απλά και μόνο επικαλούμενοι τη «δολιότητα» των αφεντικών, λένε ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για παγκόσμια μετάδοση και ότι είναι όλα ψέματα και, όπως η γρίπη των πτηνών δεν εμφανίστηκε τελικά, έτσι και αυτή τώρα, δε θα εμφανιστεί ποτέ. Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου ξεκινάει από το ότι μέχρι σήμερα ο διάλογος γίνεται σε επίπεδο προβλέψεων και πραγματική δυνατότητα προβλέψεων στη βάση στοιχείων, και όχι θεωριών, έχει μόνο ο ένας: οι διάφοροι παγκόσμιοι οργανισμοί. Αυτοί λοιπόν, (που δυστυχώς μόνο αυτοί έχουν τέτοιας εμβέλειας στοιχεία που να τους επιτρέπουν να κάνουν σχετικά ασφαλείς προβλέψεις, και δυστυχώς κανένας αυτόνομος αντικυριαρχικός θεσμός) μιλάνε για μία ίωση σε εξέλιξη η οποία απειλεί όλο τον πλανήτη. Το ερώτημα προς όλους αυτούς που λένε ότι όλα είναι ψέματα είναι: πιστεύετε ότι δεν θα υπάρξει ποτέ πανδημία, ή όταν υπάρξει εσείς θα την καταλάβετε και θα μας ενημερώσετε ώστε να περιμένουμε από μια έγκυρη πηγή ενημέρωση; Τα αφεντικά δεν έχουν λόγους να προβλέψουν μια ενδεχόμενη πανδημία; Αν ναι τότε πώς θα την χειριστούν; Διαφορετικά ή έτσι όπως τώρα;

Η γνώμη μου είναι ότι η απάντησή μας στο ζήτημα αν επίκειται πανδημία ή όχι δεν πρέπει να είναι ότι είναι μια απάτη. Δεν μπορούμε να λέμε συνεχώς ότι τα αφεντικά λένε ψέματα, γιατί αφενός δε λένε συνέχεια ψέματα (άσχετα αν παρουσιάζουν τα δεδομένα κατά το συμφέρον τους), και αφετέρου μια πανδημία κάποτε θα ενσκήψει. Τίποτα δεν μας εμποδίζει από το να μιλήσουμε συνολικά και, εκτός από τα παραπάνω, να πούμε και πόσο επικίνδυνη ή όχι μπορεί να είναι μια πανδημία, τι μέτρα χρειάζονται, τι μέτρα λαμβάνονται και σε τι αποβλέπουν και ποιους εξυπηρετούν, που βρίσκεται η υπερβολή, που η κυριαρχία και που η εκμετάλλευση.

σοβαρότητα (όχι μόνο της γρίπης)

Η ΣΥΚ όπως είπαμε φαίνεται όντως να αποδέχεται το ενδεχόμενο εμφάνισης πανδημίας και προσπαθεί να συνεχίσει τη συζήτηση και να μιλήσει για την πιθανή βαρύτητά της. Πέφτει όμως από την αρχή σε ένα λάθος. Αμφισβητεί τη σοβαρότητα της προβλεπόμενης πανδημίας, στηριζόμενη σε εμφανώς λάθος δεδομένα. Λέει δηλαδή ότι ΝΓ έχει ελάχιστη θνησιμότητα!!! Μα και οι επιστήμονες δεν ισχυρίστηκαν ότι η θνησιμότητα (πόσοι επί τοις εκατό από αυτούς που πεθαίνουν, πεθαίνουν από αυτήν την ασθένεια) είναι μέχρι τώρα υψηλή! Ισχυρίζονται ότι μπορεί να γίνει υψηλή, καθώς κινδυνεύει να αρρωστήσει το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτό που είναι όντως χαμηλό είναι η θνητότητα της ΝΓ (πόσοι επί τοις εκατό από αυτούς που θα αρρωστήσουν από την ασθένεια θα πεθάνουν), και πιθανώς λίγο χαμηλότερη από την εποχιακή γρίπη. Η διαφορά για όσους δεν καταλαβαίνουν είναι ότι αν αρρωστήσουν 1000 από τη ΝΓ θα πεθάνει περίπου μισός, ενώ από την εποχιακή γρίπη μπορεί και ένας ολόκληρος. Η σημαντικότερη διαφορά όμως είναι ότι από την εποχιακή γρίπη δεν κινδυνεύει να αρρωστήσει το 30% του πλανήτη, αλλά πολύ λιγότεροι, καθώς οι περισσότεροι έχουν ήδη νοσήσει. Αν επαληθευθούν όμως οι προβλέψεις των επιστημόνων τότε όντως αυτό το 0.05% του 30% θα σημαίνει πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια βαριά αρρώστους. Δεν έχει νόημα να λέμε ότι το 2008 πέθαναν περίπου 300.000 από την εποχιακή γρίπη και φέτος από τη ΝΓ έχουν πεθάνει πολύ λιγότεροι. Τη θνησιμότητα της ΝΓ θα τη συγκρίνουμε με αυτήν της εποχιακής μετά τη διέλευση του κύματος. Ενδεικτικά να πω ότι μέχρι σήμερα που γράφεται αυτό το κείμενο στην Ελλάδα έχουν πεθάνει 12 από τη ΝΓ και κανένας από την εποχιακή. Το 2008 καταγράφηκε μόνο ένας θάνατος από εποχιακή γρίπη. Ξαναλέω, τα στοιχεία τα παραθέτω ενδεικτικά θέλοντας να δείξω ότι, όσον αφορά στη θνησιμότητα της νέας γρίπης μιλάμε σε επίπεδο προβλέψεων, και αυτές δε νομίζω ότι μπορεί κανείς ακόμα έγκυρα να τις ανατρέψει.

Καταλαβαίνετε βέβαια ότι αν αποδειχτεί ότι τα αφεντικά έχουν δίκιο τότε τα πράγματα θα είναι όντως δύσκολα. Κυρίως για αυτούς που θα αρρωστήσουν αλλά και για αυτούς που θα έχουν πει ότι: Σ’αυτή την περίπτωση λοιπόν, μια σχετικά ήπια ίωση, με ελάχιστη θνησιμότητα ακόμα και σε σχέση με την γνωστή σε όλους γρίπη, γίνεται προσπάθεια να μετατραπεί σε μια φοβερή πανδημία που απειλεί συλλήβδην τον παγκόσμιο πληθυσμό. Αυτό θα πει κοινωνική κατασκευή: δεν θα πει ούτε συνωμοσιολογικές θεωρίες, ούτε άρνηση της πραγματικότητας της ύπαρξης της ίωσης. Μια νόσος που υπό άλλες συνθήκες το πολύ που θα απασχολούσε θα ήταν τα επιστημονικά περιοδικά της ιατρικής κοινότητας θα γίνει κάτι παραπάνω από μια απλή νόσο: θα γίνει απειλή, θα γίνει θανατηφόρος ιός, θα γίνει συνθήκη έκτακτης ανάγκης. Θα γίνει μείζων πρόβλημα δημόσιας υγείας για τον παγκόσμιο πληθυσμό.

Για αυτό νομίζω ότι, και σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να μιλήσουμε για την πιθανή σοβαρότητα και να μην το παρακάμψουμε λέγοντας ότι υπερβάλουν. Ότι δημιουργείται καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, αίσθημα ανασφάλειας και αίτημα για ασφάλεια μέσω της υπερβολής να τα πούμε. Όχι όμως ότι δεν τρέχει τίποτα! Ακόμα και γιατί κάποτε θα τρέχει και θα πρέπει να έχουμε απάντηση. Και δεν είναι λίγα αυτά που έχουμε να πούμε για το πώς και με τι στόχους αντιμετωπίζεται μια σοβαρή πανδημία.

εν καιρώ πανδημίας τι;

Και νομίζω ότι έχουμε να πούμε πολλά, σε σχέση με το πώς και με τι κίνητρα και στόχους αντιμετωπίζεται μια πανδημία. Η ΣΥΚ δυστυχώς (προφανώς εξ’ αιτίας της προηγούμενης λάθος παραδοχής που δεν της επιτρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο μιας βαριάς πανδημίας) και αυτό το περνάει στα ψιλά γράμματα και με μια φράση λέει: «Κι όλα αυτά γιατί; Για να στηθεί μια επιχείρηση απόσπασης κέρδους που χρησιμοποιεί ως καύσιμο το φόβο.»

Εδώ προκύπτουν τα εξής ερωτήματα: Τα αφεντικά είναι μόνο πλιατσικολόγοι; Δεν ενδιαφέρονται για την εύρυθμη λειτουργία των κοινωνιών; Δεν τους αφορά η ομαλή λειτουργία των αγορών; Μπορεί ή όχι μια πανδημία να επηρεάσει τη λειτουργία των αγορών;

Νομίζω ότι πραγματικά τα αφεντικά είναι καί πλιατσικολόγοι, δεν είναι όμως μόνο τέτοιοι. Μην παρεξηγηθώ: δε λέω ότι νοιάζονται για την υγεία μας, (όσον αφορά στη δικιά τους υγεία νοιώθουν σίγουρα πιο ασφαλείς). Από ό,τι φαίνεται, το ενδεχόμενο πανδημίας από μία νόσο με έστω και τόσο μικρή θνητότητα, τους απασχολεί πραγματικά για άλλους λόγους: οι οικονομοτεχνικές μελέτες γύρω από τη ΝΓ και μια ενδεχόμενη πανδημία (μία τέτοια υπάρχει στο εθνικό σχέδιο δράσης για τη ΝΓ) μιλάνε για οικονομική κρίση λόγω της γρίπης. Μιλάνε για ώρες απουσίας από τη δουλειά, έξοδα νοσηλείας, επιχειρήσεις που κλείνουν, συστήματα υγείας που καταρρέουν, αλλά και ολόκληρες οικονομίες που καταρρέουν.

Νομίζω ότι είμαστε στον πυρήνα του ζητήματος. Τα αφεντικά, με βάση τις προβλέψεις τους, προετοιμάζονται εδώ και χρόνια για μια πανδημία γρίπης που θα απειλήσει την αγορά. Περιμένοντάς την, δημιουργούν συνθήκες εκτάκτου ανάγκης και αίτημα για ασφάλεια, ώστε όλοι οι κυριαρχούμενοι να στραφούν προς τα κράτη και τις αντίστοιχες δομές προκειμένου να πειθαρχήσουν. Σε περίπτωση που δεν εμφανιστεί η πανδημία, δεν έχουν να χάσουν τίποτα (μπορούν άλλωστε να πουν ότι λόγω των μέτρων τους δεν εμφανίστηκε), σε περίπτωση που εμφανιστεί θα είναι όλοι έτοιμοι να πειθαρχήσουν στα αναγκαία μέτρα ώστε να υπάρχει η μικρότερη δυνατή οικονομική ζημιά για το κεφάλαιο.

Ενδεικτική είναι η εγκύκλιος της Γαλλικής Διεύθυνσης Εργασίας που τιτλοφορείται «σχετικά με τη νέα γρίπη» και, ούτε λίγο ούτε πολύ, παρέχει την απόλυτη εξουσία στους εργοδότες να επιμηκύνουν τα εργασιακά ωράρια των υπαλλήλων τους, με σκοπό να «επιβιώσει» η λειτουργία της επιχείρησης τους αλλά και του γενικότερου οικονομικού συστήματος της Γαλλίας εν μέσω μιας πανδημίας της νέας γρίπης. Τα μέτρα που η εν λόγω εγκύκλιος επιτρέπει στους εργοδότες να λάβουν κυμαίνονται από επιμήκυνση του ημερησίου ωραρίου, έως και επιμήκυνση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας.

Η δημιουργία κατάστασης εκτάκτου ανάγκης και το συνακόλουθα δημιουργούμενο αίτημα για ασφάλεια έχουν ως μόνο στόχο την πλήρη πειθάρχηση και υπακοή ώστε να υλοποιηθούν τα σχέδιά τους. Αυτή νομίζω ότι είναι η απάντηση στα πώς και τα γιατί. Το ότι κάποιοι θα τα οικονομήσουν είναι αυτονόητο καθώς όλα έτσι λειτουργούν στον καπιταλισμό.

εμβόλιο (σε ξένο κώλο 100 καμτσικιές δεν πονάνε καθόλου)

Εκεί εμφανίζεται και το εμβόλιο στα σχέδια των αφεντικών. Οι ίδιες οικονομοτεχνικές μελέτες, που μιλάνε για την επαπειλούμενη κρίση, μιλάνε και για το εμβόλιο και λένε ότι, το να εμβολιαστεί όλος ο πληθυσμός είναι πιο φτηνό από το να αρρωστήσει. Εν ολίγοις το εμβόλιο συμφέρει τα αφεντικά, τόσο για επικοινωνιακούς λόγους, μιας και εμφανίζονται σαν να έχουν μια λύση στην κρίση που δεν θα μπλοκάρει την αγορά, όσο και γιατί ελπίζουν να αμβλύνει ή και να ελέγξει την κρίση.

Είναι φανερό νομίζω ότι το εμβόλιο προωθείται όχι για να μην αρρωστήσουμε (όχι επειδή μας λυπούνται δηλαδή), όχι για να μην αρρωστήσουν βαριά ή πεθάνουν οι ευπαθείς ομάδες, αλλά για να μην αρρωστήσει η αγορά. Για αυτό άλλωστε θέλουν να εμβολιάσουν και τους υγιείς πληθυσμούς. Για να πάνε στη δουλειά και να μην πάρουν αναρρωτική. Για αυτό σε πρώτη προτεραιότητα για τους εμβολιασμούς βρίσκονται οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία της Υγείας: για να μην καταρρεύσει αυτή που θα κληθεί να τραβήξει το κύριο βάρος αυτής της πανδημίας.

Υπάρχει βέβαια και ένας επιστημονικός λόγος για τον οποίο προτείνονται οι μαζικοί εμβολιασμοί, το ότι μόνο αυτοί μπορούν να δημιουργήσουν το απαραίτητο ανοσοποιητικό τείχος για την αναστολή της πανδημίας. Και σε αυτήν την περίπτωση όμως δεν παύει το κίνητρο να είναι το ίδιο: η σωτηρία της αγοράς.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, μέτρα ριζικά αντίθετα με την οικονομία της αγοράς, τα οποία θα ήταν εξίσου αποτελεσματικά απέναντι στην καθυστέρηση εξάπλωσης του επιδημικού κύματος, όπως η αποφυγή συγχρωτισμού στους στάβλους της κατανάλωσης, της μαζικής μεταφοράς και της παραγωγής, δε συζητιούνται καν.

Η ΣΥΚ δυστυχώς, έχοντας κάνει το αρχικό λάθος, δε φτάνει να εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο. Δηλώνει την εναντίωσή της στον εμβολιασμό και παροτρύνει ουσιαστικά να μην εμβολιαστούμε ώστε να μην αναπαράγουμε το εμπόρευμα ασφάλεια. Το εμβόλιο είναι ένα «όχημα» του εμπορεύματος ασφάλεια και όποιος εμβολιαστεί εμπλέκεται με κάποιον τρόπο σε αυτήν την ιστορία: «Όχημα αυτής της επιχείρησης θα είναι το εμβόλιο.»., καθώς και στην εσωτερική επικεφαλίδα: «Β. Το εμβόλιο ως η υλική πραγματικότητα του εμπορεύματος-ασφάλεια» και στο τέλος: Είμαστε ενάντια στον εμβολιασμό επειδή αρνούμαστε να γίνουμε οι πελάτες του εμπορεύματος ασφάλεια και να ορκιστούμε πίστη στο κράτος του τρόμου». ή «Αρνούμαστε να γίνουμε τα πειραματόζωα του φαρμακευτικού κεφαλαίου και της τεχνοεπιστημονικής κυριαρχίας Εδώ νομίζω ότι λείπουν κάποιες εξηγήσεις.

εβαπορισμός

Θα συμφωνήσω ότι υπάρχουν κάποια «εμπορεύματα» τα οποία δεν δικαιολογούμαστε να αγοράζουμε, αν και ζούμε μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία όπου όλα γύρω μας είναι εμπορευματοποιημένα οπότε αναγκαστικά για να επιβιώσουμε θα συμμετέχουμε σε κάποιο βαθμό σε μια τέτοια διαδικασία θέλοντας και μη. Θυμίζω ότι μιλάω με τους όρους της ΣΥΚ όταν χρησιμοποιώ τον όρο εμπόρευμα, και συνεχίζω λέγοντας ότι πιστεύω πως δεν μπορούμε να αγοράζουμε, για παράδειγμα, ούτε και μικρές ποσότητες ρατσισμού και ξενοφοβίας, ενώ αντίστροφα δεν μπορούμε να προσάψουμε τίποτα σε αυτόν που αγοράζει την τροφή του ή ακόμα και το PC του, αντί να τα κατασκευάζει μόνος του. Εδώ θα έπρεπε λοιπόν η ΣΥΚ να μας δείξει την ιδιαίτερη ποιότητα του εμπορεύματος εμβόλιο που το κατατάσσει στην κατηγορία αυτών που δεν αγοράζονται και όχι σε αυτά που δεν θα προσάψουμε κάτι σε αυτόν που θα τα αγοράσει.

Για να είμαστε πιο ακριβείς και να παραμείνουμε φιλικοί προς την ΣΥΚ θα πούμε ότι η ΣΥΚ μας προτρέπει να μην αγοράσουμε το εμπόρευμα ασφάλεια, κάτι στο οποίο συμφωνούμε. Από εκεί όμως μέχρι το να ταυτίζεται ο εμβολιασμός με την κατανάλωση ασφάλειας υπάρχει μία απόσταση, για την οποία χρειάζονται απαντήσεις σε κάποια ερωτήματα για να την καλύψουμε.

Ας τα δούμε ένα ένα: τι γίνεται με την υπόλοιπη περίθαλψη και τη νέα γρίπη; Δηλαδή εντάξει, το εμβόλιο είναι το όχημα, τα αντιικά δεν είναι; Αν δεν είναι γιατί δεν είναι; Θυμίζω ότι στην γρίπη των πτηνών όπου δεν είχε εμφανιστεί εμβόλιο, η ίδια συζήτηση γινόταν γύρω από τα αντιικά. Και άντε για τα αντιικά φαίνεται η απάντηση να είναι εύκολη, καθώς δείχνουν να έχουν μικρή αποτελεσματικότητα και περιορισμένο όφελος (κυρίως στην πρόληψη των ευπαθών ομάδων και των ταλαίπωρων εργαζόμενων). Τι γίνεται όμως με όλη την υπόλοιπη δομή της περίθαλψης; Γιατί δεν λέμε: Όχημα αυτής της επιχείρησης θα είναι οι δομές περίθαλψης, τα αντιβιοτικά για όσους εμφανίσουν μικροβιακή πνευμονία, οι ΜΕΘ για όσους βαρύνουν κοκ; Και μη νομίζετε ότι προβοκάρω! Ούτε οι ΜΕΘ υστερούν σε κέρδη για το ιατροφαρμακευτικό κεφάλαιο, ούτε η Πρωτοβάθμια (η οποία εξάλλου θα αναλάβει και το εμβόλιο). Το ζήτημα ειδικά με τις ΜΕΘ και το πόσο ασφαλείς νοιώθουμε με 100 κρεβάτια παραπάνω είναι αιχμιακό.

Τι λέμε λοιπόν σε αυτήν την περίπτωση; Είμαστε ενάντια στην επίσκεψη στο γιατρό, στη χρήση αντιικών και αντιβιοτικών, στη νοσηλεία στις ΜΕΘ επειδή αρνούμαστε να γίνουμε οι πελάτες του εμπορεύματος ασφάλεια και να ορκιστούμε πίστη στο κράτος του τρόμου»; Συνεχίζουμε και εδώ να λέμε ότι «Αρνούμαστε να γίνουμε τα πειραματόζωα του φαρμακευτικού κεφαλαίου και της τεχνοεπιστημονικής κυριαρχίας.»;

Υπάρχουν κάποιες διαφορές του εμπορεύματος εμβόλιο από τα άλλα ιατροφαρμακευτικά εμπορεύματα που το κάνουν να ξεχωρίζει; Η ΣΥΚ κάνει κάποιες προσπάθειες να δώσει αυτά τα χαρακτηριστικά. Αυτό που θα προσπαθήσω να δείξω είναι ότι η επιχειρηματολογία τους δείχνει ότι όντως το εμβόλιο είναι στην αιχμή του εμπορεύματος ασφάλεια, όχι όμως με έναν ειδικότερο τρόπο από ότι τα υπόλοιπα εμπορεύματα που προαναφέραμε. Να έχετε στο νου σας ότι όλα έχουν τα κοινά χαρακτηριστικά του εμπορεύματος (είναι ως επί το πλείστον, αν όχι εντελώς, άχρηστα).

Ως προς την υποχρεωτική εφαρμογή του εμβολιασμού τον οποίο επικαλείται η ΣΥΚ, υπάρχει φάουλ στην επιχειρηματολογία, καθώς στην αρχή χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τις διαφορετικές ιδιότητες του εμπορεύματος εμβόλιο, στη συνέχεια όμως αυτοαναιρείται «ως στην πράξη μη χρήσιμη». Οπότε η υποχρεωτικότητα δεν είναι κάποια ιδιαίτερη ιδιότητα και μάλλον συμφωνώ ότι θα δυσχέραινε την διακίνησή του ως εμπόρευμα.

Η δεύτερη ιδιότητα «συγκεκριμένης ημερομηνίας έναρξης και λήξης», αν και ισχύει για το συγκεκριμένο εμβόλιο όπως και για όλα της γρίπης, δεν καταλαβαίνω τι το ιδιαίτερο προσφέρει. Η κερδοφορία του εμβολίου για την εποχιακή γρίπη νομίζω ότι είναι κανονική και χωρίς να υπάρχει οξυμένο αίτημα για ασφάλεια και πριν από την εμφάνισή του στην αιχμή.

Δηλαδή δεν καταλαβαίνω πώς από το υποχρεωτικό (το οποίο στη συνέχεια αναιρείται) και το συγκεκριμένης ημερομηνίας έναρξης και λήξης πάμε στο ότι έχει τις προϋποθέσεις να λειτουργήσει ως εμπόρευμα έκτακτης ανάγκης. Ως εμπόρευμα αναγκαίο και υποχρεωτικό. Δηλαδή τα αντιικά δεν μπορούν να είναι εμπόρευμα έκτακτης ανάγκης επειδή υποτίθεται ότι πιάνουν όλους τους ιούς της γρίπης; Μήπως δεν είδαμε καταστάσεις όπου εξαφανίζονταν από την αγορά μαζί με τα εβαπορέ; Οι ΜΕΘ; Αυτό που νομίζω ότι του δίνει την προϋπόθεση να λειτουργήσει ως εμπόρευμα έκτακτης ανάγκης είναι το ότι εμφανίζεται ως απάντηση σε ένα ζήτημα «έκτακτης Ανάγκης» δηλαδή τη ΝΓ. Τα άλλα είναι περιττά και μπερδεύουν.

Το ότι τρέχουν όλοι να αγοράσουν εβαπορέ σε καιρό πολέμου για την τρομοκρατία, δεν σημαίνει ότι το εβαπορέ έχει κάποια ιδιαίτερη ιδιότητα! Ούτε θα γίνουμε πιο κατανοητοί αν στραφούμε κατά του εβαπορέ και όχι κατά της δημιουργίας συνθηκών εκτάκτου ανάγκης!

Όσον αφορά στο επιχείρημα ότι όλα γίνονται για να στηριχτούν οι φαρμακοβιομηχανίες και ειδικότερα ο τομέας των εμβολίων, θα πούμε ότι, ναι θα στηριχτούν αυτοί οι τομείς, όχι όμως και ότι όλα γίνονται για αυτό! Θα μπορούσαν να κάνουν φοροαπαλλαγή αν ήθελαν κάτι τέτοιο. Μην ξεχνάτε ότι η όλη ιστορία ενέχει κινδύνους και για αυτές τις εταιρείες καθώς δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι δε θα γίνουν μηνύσεις για αποζημιώσεις σε περιπτώσεις ανεπιθύμητων ενεργειών. Άλλωστε γιατί να στηριχτούν ειδικά οι φαρμακοβιομηχανίες; Μήπως ακούστηκε από πουθενά ότι ήταν σε κρίση; Οι υπόλοιπες επιχειρήσεις δεν έχουν ανάγκη; Η επίσημη οδηγία είναι επτά ημέρες αναρωτική, σε κάθε εργαζόμενο, μόνο με τα συμπτώματα! Οι επιχειρήσεις που μέχρι τώρα αδυνατούσαν να δώσουν έστω και μία ημέρα άδεια, τι θα γίνουν; Αυτές δεν τους νοιάζουν;

Εξάλλου, έχουμε δείξει αλλού ότι, η συγκεκριμένη κρίση δεν είναι κρίση που μπορεί να απαντηθεί με κεϋνσιανικού τύπου λύσεις, όπως αύξηση της κατανάλωσης εμπορευμάτων και υπηρεσιών περίθαλψης των μισθωτών. Αντίθετα είναι κρίση εκμεταλλευσιμότητας των εργαζομένων, όπου η άνοδος στην κατανάλωση των εργαζομένων είναι μεγαλύτερη από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, και για αυτό το λόγο η επαναφορά της κερδοφορίας προϋποθέτει και απαιτεί το χτύπημα της, άμεσης και έμμεσης, κατανάλωσης των εργαζόμενων.

Δεν απαντάνε στην κρίση μέσω της πανδημίας. Το βάθεμα της κρίσης φοβούνται και παίρνουν μέτρα, φροντίζοντας να είναι προσοδοφόρα, είτε η πανδημία εμφανιστεί είτε όχι. Αλλά ας μην επεκταθούμε άλλο εδώ.

λεμονάκι μυρωδάτο

Προφανώς γνωρίζω ότι υπάρχουν και αυτοί που λένε ότι το εμβόλιο είναι από άχρηστο ως επικίνδυνο. Αυτοί βέβαια στέκονται στις ανεπιθύμητες ενέργειες και σε ό,τι αρνητικό έχει εκφραστεί για το εμβόλιο, και χωρίς κάποια συνολικά στοιχεία, ή μια σοβαρή ανάλυση που να μας λέει ότι η ζημιά (σε κάποιο σύνολο) είναι μεγαλύτερη από το κέρδος, μας λένε να μην κάνουμε το εμβόλιο. Είναι μερικοί από αυτούς που μας προτείνουν βιταμίνη D (αλήθεια γιατί όχι C;) για να μη μας πιάσει η γρίπη, χωρίς όμως να μπαίνουν στον κόπο να παρουσιάσουν ούτε ένα στοιχείο που να δείχνει κάτι τέτοιο. Αν δεν είναι χειρότεροι είναι τουλάχιστον ίδιοι με αυτούς που μας προτείνουν το εμβόλιο.

Η ΣΥΚ δεν ανήκει σε αυτούς. Όσον αφορά γενικά στα εμβόλια βάζει κάποια ζητήματα, λέει όμως ότι εν ολίγοις κάποια από αυτά θα μπορούσε να τα δεχτεί.

Μας παρουσιάζει επίσης την επιχειρηματολογία των επιστημόνων για το νέο εμβόλιο, συνοδευτικά στην δική της επιχειρηματολογία. Ας σταθούμε λίγο και εδώ.

Το ότι κάποιες εταιρείες είχαν πατέντα δεν θα πρέπει να μας ξενίζει καθώς με βάση την επιδημιολογική επιτήρηση και στατιστικές αναλύσεις, εδώ και μια δεκαετία περιμένουν την έλευση αυτής (ή κάποιας αντίστοιχης) πανδημίας. Έτσι φαντάζομαι ότι δεν θα ήταν δύσκολο για μια εταιρεία να πατεντάρει ένα εμβόλιο για μια επερχόμενη πανδημία με βάση έναν τρόπο παραγωγής και κάποιες προβλεπόμενες ιδιότητες ώστε να μην τρέχει τελευταία στιγμή. Το ότι κατέχει πατέντα παρασκευής δεν σημαίνει ότι κατέχει και το εμβόλιο.

Τα υπόλοιπα επιχειρήματα για τα έκδοχα, τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τον εμβολιασμό ακόμα και αυτών που έχουν νοσήσει, μου φαίνονται λογικά και δεν έχω κάτι σημαντικό να πω.

τελικά το εμβόλιο να το κάνουμε ή όχι;

Το ότι δημιουργείται καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, το ότι δημιουργείται αίσθημα ανασφάλειας και αίτημα ασφάλειας, ώστε να εμβολιαστούν κάποιοι που επ ουδενί δεν έχουν λόγο να εμβολιαστούν, δεν σημαίνει ότι κάποιοι άλλοι δεν θα ωφεληθούν. Ούτε βέβαια σημαίνει ότι θα ωφεληθούν. Αυτό που είναι ολοφάνερο είναι ότι ο κυρίαρχος θεσμός περίθαλψης (στον οποίο οι περισσότεροι ούτως ή άλλως απευθύνονται) προτείνει μία λύση για ένα συγκεκριμένο πρόβλημα η οποία, παρά το ότι είναι προβληματική σε πολλά σημεία της, εμφανίζεται και ως η μοναδική. Δε νομίζω επίσης ότι αμφισβητεί κανείς ότι κάποιοι (οι λεγόμενες ευπαθείς ομάδες) έχουν αυξημένο κίνδυνο για βαριά νόσηση ή και θάνατο από τη ΝΓ (όπως και από άλλες αντίστοιχες καταστάσεις) και ότι, αν τους παροτρύνουμε να μην εμβολιαστούν τους παροτρύνουμε να μην χρησιμοποιήσουν αυτό που υπάρχει για να προφυλαχθούν (κάτι που όμως κάνουν για όλες τις άλλες καταστάσεις που προαναφέραμε).

Είμαστε ενάντια στον εμβολιασμό επειδή ακόμα και στην οριακή περίπτωση της μαζικής διάδοσης της «νέας» γρίπης, τα όπλα αντιμετώπισης της δεν μπορεί να είναι εμβόλια και φάρμακα, ούτε απλά πλύσιμο χεριών και μάσκες στο πρόσωπο. Τα πραγματικά όπλα αντιμετώπισης της είναι η αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων που στην βάση της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας, δημιουργούν τις συνθήκες ευπάθειας σε νόσους, ή στην χειρότερη περίπτωση κατασκευάζουν νέες νόσους προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους ίδιους πάντα σκοπούς: το κέρδος για τους λίγους, την μιζέρια για τους πολλούς.»

Οκ. Θα συμφωνήσουμε στο ποια είναι τα πραγματικά όπλα! Γιατί όμως στις άλλες περιπτώσεις τα εμβόλια και τα φάρμακα, το πλύσιμο χεριών και οι μάσκες στο πρόσωπο, το προφυλακτικό κα μπορεί να είναι κάποια όπλα, που τουλάχιστον δεν τα καταγγέλουμε, και σε αυτήν την περίπτωση όχι; Γιατί δεν λέμε τα ίδια για τις ΜΕΘ, τα τεστ, την πρωτοβάθμια κλπ;

Δεν θα γίνω εγώ ο απολογητής των εμβολίων και του ιατροφαρμακευτικού συμπλέγματος και, σε όποιον με ρωτήσει, θα του πω και τα υπέρ και τα κατά για να αποφασίσει μόνος του, όμως οι πιθανότητες και τα στατιστικά και οι προβλέψεις για τις ευπαθείς ομάδες, όπως παρουσιάζονται από όλες τις πλευρές, και των ανεπιθύμητων ενεργειών συμπεριλαμβανομένων, είναι υπέρ του εμβολίου. Πολύ λιγότεροι προβλέπεται ότι θα αρρωστήσουν βαριά και πολύ λιγότεροι θα πεθάνουν. Όπως επίσης δε θα διαφωνήσω ότι οι προβλέψεις για όσους δεν έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας είναι ακριβώς αντίθετες. Ο κύριος λόγος που εμβολιάζονται είναι για να δημιουργηθεί πιο γρήγορα το τείχος ανοσίας, το οποίο, σύμφωνα με τις προβλέψεις, θα προστατεύσει από την ίωση τις ευπαθείς ομάδες και, κυρίως, τις «ευπαθείς αγορές».

Αυτά δεν μας αρκούν; Πρέπει να πούμε ότι είμαστε ενάντια στον εμβολιασμό συνολικά; Για να χρησιμοποιήσω το σχήμα που χρησιμοποίησα και λίγο πιο πριν: έχω να κατηγορήσω αυτόν που διαφημίζει τον εμβολιασμό ως τη λύση, δεν έχω τίποτα όμως να προσάψω σε αυτόν που κάνει το εμβόλιο για να προστατέψει τον εαυτό του ή τους γύρω του (άσχετα με το κατά πόσο ισχύει αυτό).

Δεν αρκεί να πούμε: Δεν εμβολιαζόμαστε για την οικονομία της αγοράς, αφήνοντας ένα περιθώριο σε όποιον νομίζει ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, ή που πιθανά κρίνει ότι το όφελος το προσωπικό ή των γύρω του θα είναι μεγαλύτερο, να εμβολιαστεί;

Καιρός να τελειώνω. Η αδυναμία του ανταγωνιστικού κινήματος είναι πασιφανής και σε αυτήν όπως και σε άλλες περιπτώσεις. Δεν υπάρχουν δικά μας στοιχεία, δικές μας πηγές που να μπορούμε να επικαλεστούμε για δεδομένα τέτοιας κλίμακας. Μόνον υποθέσεις και ερμηνείες των δεδομένων των αφεντικών με βάση ερμηνευτικά σχήματα που πηγάζουν από τις ευρύτερες πολιτικές αντιλήψεις του καθενός, ή από την ερμηνεία του για την περίοδο. Αυτοί που βλέπουν την οικονομική κρίση ως κυρίαρχο ζήτημα θα μας μιλήσουν για νέα γρίπη και κρίση (ελπίζω να μην καρφώθηκα τόσο πολύ) αυτοί που μιλάνε για τον πλούσιο Βορά και τον φτωχό Νότο αντίστοιχα, όσοι βλέπουν παγκοσμίους πολέμους μεταξύ μπλοκ θα μας πουν για μιαν ακόμα μάχη τους, όσοι βλέπουν την ανάγκη για κοινωνία των πολιτών κάτι θα βρουν να πουν για ΜΚΟ κλπ φαντάζομαι. Πιστεύω ότι ηΣΥΚ, αν και όντως προσεγγίζει από ανταγωνιστική ματιά το ζήτημα της ασφάλειας (κάτι έχει προφανώς και αυτή να πει για τη «συμμαχία του καλού» ενάντια στην τρομοκρατία), άλλοτε υπερβάλει και άλλοτε υποεκτιμά κάποιες καταστάσεις, σχετικά με τη ΝΓ και ειδικότερα τον εμβολιασμό, και κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να δώσει μια συνέχεια στο διάλογο, που η ίδια άνοιξε, και που επιθυμία αυτού του κειμένου είναι να διευρυνθεί.

Μ.


Υγ1: Το ενδεχόμενο να ξέφυγε ο ιός από εργαστήριο δεν αλλάζει τίποτα στην συζήτηση που κάνουμε εδώ (το ότι ασχολούνται με επικίνδυνα πράγματα το ξέρουμε και όσον αφορά στα ατυχήματα έχουμε ακούσει και για πιο σοβαρά).

Υγ2: Ξέχασα στην αρχή, και τώρα είναι λίγο αργά να αλλάξω το κείμενο, να αναφερθώ στα περί κοινωνικής κατασκευής των ασθενειών και ειδικότερα τέτοιων όπως η ΝΓ. Το μόνο που έχω να προσθέσω σε αυτά που λέει η ΣΥΚ, τα οποία με βρίσκουν σύμφωνο, είναι ότι υπάρχει άμεση συνάφεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, μεταφοράς, κατανάλωσης με τη δημιουργία και εξάπλωση των ασθενειών, και ότι αυτό είναι ένα θέμα το οποίο θα πρέπει να αναφέρεται μαζί με την αναφορά στη ΝΓ.

Υγ3: Το ότι η συζήτηση για την πανδημία επικεντρώνεται στο εμβόλιο, το μόνο σημείο που οι ιδιοκτήτες των ζωών μας έχουν να επιδείξουν μια «τσάτρα πάτρα» θετική δράση, είναι νίκη των αφεντικών. Εμείς πρέπει να δείξουμε ότι δεν υπάρχει εμβόλιο για τις ελλείψεις σε υποδομές, δεν υπάρχει Tamiflu για τον καθημερινό σταβλισμό μας στα κάτεργα της παραγωγής, μεταφοράς και κατανάλωσης, δεν υπάρχει ΜΕΘ για τη μαζική παραγωγή τροφής, δεν υπάρχει θεραπεία για την αντιμετώπιση του θανατηφόρου ιού του κέρδους.

Θα πρέπει να δείξουμε ότι, η ύπαρξη των αφεντικών και των αξιωματούχων τους είναι υπεύθυνη για τη διάδοση αυτού του θανατηφόρου ιού του κέρδους και να δούμε τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε συγκεκριμένα να αναδείξουμε την ευθύνη, τόσο των διαχειριστών του συστήματος για τα μέτρα που δεν παίρνονται για να μην θίξουν την ιεραρχική εκμεταλλευτική κοινωνία, όσο και του ίδιου του συστήματος ως συστήματος της κυριαρχίας της οικονομίας της αγοράς.